Αφιερώματα

                                Αφιέρωμα στον δικό μας Μίχο                                 
Αφιέρωμα στο Μιχάλη Πανουσάκο

Κάθε τόπος χαρακτηρίζεται, εκτός από το φυσικό περιβάλλον και τυχόν κλιματολογικές ιδιαιτερότητες, κυρίως από τις ενέργειες και τις συμπεριφορές των δικών του ανθρώπων της καθημερινότητας. Έτσι λοιπόν και η Οξυά δεν αποτελεί εξαίρεση. Απεναντίας οι δημιουργίες και οι συμπεριφορές των δικών της ανθρώπων την ανέδειξαν στο σημερινό της επίπεδο. Η ίδια, σαν καλή μάνα, άνοιξε τη δική της αγκαλιά για να χωρέσουν και να χορέψουν όλοι. Σε αυτή τη μεγάλη της αγκαλιά δε θα μπορούσε να λείπει το βλαστάρι της, η Μουσική της. Η Μουσική με τη μελωδία του κλαρίνου. Του δικού της κλαρίνου, του δικού της παιδιού. Του Μιχάλη.

Είχαμε τη μεγάλη τιμή να τον επισκεφτούμε, μαζί με το Μάκη Καρανίκα και τη φωτογραφική του μηχανή, την Τρίτη του Πάσχα 29.4.2008, στο ζεστό σπιτικό του στην Κόνιτσα. Εκείνος μας υποδέχτηκε σ’ ένα πανέμορφο μερακλίδικο δωμάτιο κερνώντας μας γλυκό και χαμόγελο, μας άνοιξε την ψυχή του γιατί, όπως μας είπε το ήθελε πολύ να μιλήσει για εκείνον, για τη ζωή και τη μουσική του, για τους δικούς του ανθρώπους και για την Οξυά. Εξάλλου, όταν του προτείναμε να μας ανοίξει την ψυχή του, εκείνος αρχικά ένοιωσε μια μικρή έκπληξη, όμως μας εκμυστηρεύτηκε ότι μόνο η Οξυά και οι Χιονιάδες – με το Βασίλη Σκούρτη – του «πήραν συνέντευξη» δίνοντάς του την ευκαιρία να πει ελεύθερα τις δικές του απόψεις για τη μουσική, τα θέλω του και τις επιθυμίες του. Αυτό που μας έκανε μεγάλη εντύπωση είναι το γεγονός ότι, μετά το κέρασμα, διακριτικά μας άφησε για λίγο μόνους επιστρέφοντας όμως καμαρωτός κρατώντας στο χέρι του το Κλαρίνο του. Το ακούμπησε δίπλα του και όλη την ώρα του έριχνε, κλεφτές μα ζεστές ματιές, μιας και για 67 χρόνια είναι η μονιμότερη συντροφιά του. Ανθρώπινος και ζεστός, φιλικός και διορατικός με το βλέμμα του μας άνοιξε την ψυχή του αφήνοντας να μπει αγέρας δροσιάς και με λόγο καθάριο μας διηγήθηκε τη δική του πορεία σε αυτά τα 81 του χρόνια.

Η κουβέντα που είχαμε με το Μιχάλη αναπτύχθηκε σε τρία μέρη.

Στο πρώτο ο Μιχάλης μας παρουσίασε τον εαυτό του, τη ζωή του στα δύσκολα παιδικά του χρόνια και τις αφορμές για την ενασχόλησή του με τη μουσική. Το πώς ζευγάρωσε με το κλαρίνο του.

Στο δεύτερο ο ίδιος μας αφηγήθηκε στιγμές από την καθημερινότητα και τη ζωή σου με την Οξυά και τους ανθρώπους της και στο Τρίτο μας με λόγο καθαρό και φωνή μπάσα μας ανέπτυξε ιδιαίτερες πτυχές της δικής του πορείας από τα πανηγύρια έως το παίξιμο στη Δώρα Στράτου.

Σκοπός της κουβέντας μας που κράτησε πάνω από δύο ώρες ήταν να παρουσιάσουμε τις περισσότερες πτυχές από τη ζωή του Μιχάλη Πανουσάκου. Νομίζουμε ότι το σε μεγάλο βαθμό το πετύχαμε. Σίγουρα δεν τελείωσε όλη του η ζωή μέσα από μια αφήγηση δύο και παραπάνω ωρών.

Αυτούσια η κουβέντα με το Μιχάλη πολύ σύντομα θα πάρει εδώ τη θέση που της ταιριάζει, έτσι ώστε ο καθένας να διαβάσει για το κλαρίνο που κελαηδεί εδώ και 67 χρόνια. Εμείς απλά να προσθέσουμε ότι αν ένας καλλιτέχνης ξεχωρίζει για το ήθος του και για τη μουσική του και για την συνέπεια για ό,τι κάνει, ε τότε στο Μιχάλη και τα τρία περισσεύουν. Ειδικά όταν απευθύνεται σε νέους.

Στην διάρκεια της κουβέντας μας ξεδίπλωσε από τα δικά του χαρίσματα. Μειλίχιος τη μια στιγμή εκρηκτικός την επόμενη, σοβαρός στη συνέχεια μετριοπαθής και με παράπονο όταν ένοιωθε ότι θα μπορούσε να δώσει τις γνώσεις του σε περισσότερο νέο κόσμο. Εκδηλωτικός όταν μίλαγε για τους ανθρώπους που τον αγάπησαν συναισθηματικός και περήφανος για την Οξυά και τον κόσμο της.

Ο Μιχάλης άνοιξε το σπιτικό του μετά άνοιξε την ψυχή του και το καλύτερο το φύλαγε για το τέλος. Άνοιξε τη θήκη, καθάρισε το κλαρίνο και ανοίγοντας τα πνευμόνια του μας κέρασε μουσική. Ο «Καραμαντάτκος» το άσμα και η μελωδία του γέμισε τις ψυχές του Θωμά και τη δική μου. Στο παίξιμο του κάθε κουβέντα είναι περιττή.


Μάης 2008
Κώστας Α. Λάζος

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ξεκινάμε την κουβέντα με τον Μιχάλη Πανουσάκο, ο αγαπημένος μας Μίχος, ο άνθρωπος που με το κλαρίνο του, έκανε τα κύτταρα στις καρδιές όλων να σκιρτήσουν και να μάθουμε όλα αυτά τα χρόνια τι σημαίνει Ηπειρώτικη μουσική. Θέλουμε, αφού τον καλημερίσουμε στο όμορφο σπιτικό του, καταρχήν να μας πει ο ίδιος όσα πράγματα νομίζει εκείνος για τον εαυτό του. Πότε γεννήθηκε, που μεγάλωσε, ποια ήταν η οικογένειά του, ποιοι είναι οι αγαπημένοι του άνθρωποι και γενικά όλη του την πορεία μέσα σε αυτά τα χρόνια έως σήμερα.

Ευχαριστώ πάρα πολύ Κώστα και Θωμά που ήρθατε στο σπίτι μου παρά κατ΄ και πρώτα. Γιατί εσύ κι ο δάσκαλος ο Βασίλης Σκούρτης από τις Χιονιάδες – είχε έρθει και μια κοπέλα απ΄ τη Φούρκα - είναι που ήρθατε στο σπίτι μου. Άρα, σε σένα ιδιαιτέρως και στο Βασίλη έχω τις μεγαλύτερες συμπάθειες. Σας αγαπώ γιατί μεγαλώσαμε μαζί και δεν σας αλησμονώ. Πρώτα – πρώτα να σου πω. Λοιπόν εγώ κατάγομαι από την οικογένεια του Παναγιώτη Πανουσάκου, ο πατέρας μου. Η μάνα μου η Αθηνά. Ο παππούς μου ήτανε ο Μιχάλης ο Πανουσάκος. ήμασταν εννιά αδέρφια . Μεγαλύτερος, πρώτος για, ο Γιάννης, εν συνεχεία 2ος εγώ, 3ος Χρήστος, 4ος Κώστας, 5η Σοφία, 6ος Σωτήριος, 7η Στέλλα, 8ος Γεώργιος, 9ος Βασίλης. Ήμασταν αυτά τα αδέρφια. Γεννήθηκα στην Βούρμπιανη το Νοέμβριο του 1927, η μάνα μου με γέννησε στη σκάλα του μακαρίτη του Κιάδη μέσα στην αγορά, επειδή δεν είχαμε φτιάξει το σπίτι μας ακόμα δεν το είχαμε τελειώσει. Ο πατέρας μου, ο μακαρίτης, ετότες ήταν τα χρόνια λίγο δύσκολα, δεν ήξερε και τόσο πολύ την τέχνη όπως τώρα, να πούμε, που είμαστε εμείς εξελιγμένοι. Ο πατέρας μου δούλευε Σαρτζής(=Υλοτόμος), μαζί με τον παππού μου, και παράλληλα έπαιζε και Λα(γ)ούτο και Βιολί. Μετά εμείς τα παιδιά αρχίζαμε να μαθαίνουμε τα όργανα.

Η παιδική σου ηλικία πως ήταν, πως τη θυμάσαι;

Η παιδική μου ηλικία μέχρι τα 13 μου χρόνια ήμασταν, μη συζητάς, το πιο χειρότερο που υπήρχε. Φτώχεια και τίποτες άλλο. Νομίζω, τα ξέρεις, όπως όλα τα χωριά ήταν φτωχά , εμείς λίγο περισσότερο γιατί ούτε χωράφια είχαμε ούτε είχαμε τίποτε άλλο. Μ’ ένα μεροκάματο που πάαινε η μακαρίτισσα η Μάνα μου και δούλευε στα χωράφια, από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να μας φέρει μισή οκά αλεύρι καλαμποκίσιο.

Για σχολείο?

Στο σχολείο πήγαμε και είχαμε δασκάλους στην 1η και 2α τάξη την Ευδοκία Φούντου, στην 3η και 4η τάξη τον Παπαμάρκο Οικονόμου και στην 5η και στην τελευταία την 6η το μακαρίτη το Χαράλαμπο Ρεμπέλη. Ο δε Ρεμπέλης ο δάσκαλος, ήταν κορυφή. Μπορώ να σου πω ότι ήταν ο πρώτος της επαρχίας, όχι πως οι άλλοι δεν ήταν αλλά αυτός ήταν ξέχωρος. Πηγαίναμε στο σχολειό πολλά παιδιά, μπορώ να σου πω Κώστα ότι η Βούρμπιανη είχε περίπου στα 250 παιδιά. Μεγάλο σχολειό, και μας έφτιαχναν μαθητικό συσσίτιο. Καταλαβαίνανε ποια ήταν αδύνατα και φτωχά παιδιά και δεν είχαμε τρόπο ζωής και μας φτιάχνανε κάθε μέρα και τρώγαμε συσσίτιο ένα πιάτο φαΐ. Τρώγαμε, τελειώναμε πηγαίναμε σχολειό και την άλλη μέρα το ίδιο. Δεν το τελείωσα το σχολείο, Κώστα, γιατί μεσολάβησε ο πόλεμος. Το 1939 σταμάτησα το σχολειό γιατί μεσολάβησε ο πόλεμος. Ακριβώς ήμουν στην έκτη, μόνο δυο μήνες σαν να μην πήγα στην έκτη τάξη.
Μεσολάβησε ο πόλεμος, ήρθαν οι Ιταλοί και διέλυσαν τα σχολειά. Όταν έφυγαν (οι Ιταλοί) συνέχισαν τα σχολειά, αλλά εγώ δεν ξαναπήγα σχολειό. Μόλις σταμάτησα το σχολειό άρχισα να παίζω όργανο. Ήταν ο μακαρίτης ο μπάρμπας μου ο Νικόλας – ο πατέρας του Παύλου που παίζουμε τώρα μαζί – Χαλκιάς «Μπέτζας» αυτός ήταν κλαρίνο. Ο Νικόλας ήταν μπάρμπας μου η γυναίκα του η Γλυκερία και η μάνα μου η Αθηνά ήταν αδερφές. Πήγαμε κοντά σ’ αυτόν. Ο Μπέτζας έπαιζε πριν με τον παππού μου το Μιχάλη Πανουσάκο, που έπαιζε λαούτο. Ο παππούς μου ήταν από την Αλβανία και ήθελε να έρθει εδώ. Δεν ήξερε όργανο, ήταν όμως υλοτόμος από τους λίγους, έβγαζε «μπένταυρα» στο Ντετσιώτικο (σημ. Αετομιλήτσα) με την τσεκούρα. Τότε δεν είχαν ταβάνια στα σπίτια έβαζαν “μπένταυρα»” για να καλύψουν τον αέρα. Ο παππούς μου όμως ήτανε καλλίφωνος, είχε «εγκεφαλική» φωνή. Ο πατέρας του μπάρμπα μου το Νικόλα «Μπέτζα», ο Μήτρος Χαλκιάς –δεν τον πρόλαβα εγώ - έπαιζε πολύ καλό κλαρίνο. Έλεγε στον παππού μου, μόλις ήρθε από την Αλβανία και εγκαταστάθηκε στη Βούρμπιανη, «Όρε Μιχάλη εσύ τραγουδάς καλά, να σου πάρω ένα λαγούτο να έρχεσαι κοντά στο συγκρότημα να πηγαίνουμε στους γάμους;». Τότε οι γάμοι, ως επί το πλείστον, γίνονταν καλοκαίρι, όλοι οι βλάχοι, αρβαντόβλαχοι τότε με τα πολλά πρόβατα. Ο πάππος μου ήξερε και τα αρβανίτικα και έτσι συνεννοούνταν καλύτερα.
Η πρώτη κομπανία τότε ήταν ο Μήτρος Χαλκιάς κλαρίνο, με τον παππού μου το Μιχάλη με τη μελωδική φωνή. Τότε τους καλούσαν μαζί στο γάμο το Μήτρο για το κλαρίνο και το Μιχάλη για τη φωνή. Δεν άφησαν ο ένας τον άλλον. Ήταν πολύ αγαπητός με τον κόσμο. Όταν έφυγε ο Μήτρος, ο μπάρμπας μου ο Νικόλας «Μπέτζας» έπαιζε πολύ καλό κλαρίνο και πήρε τη θέση του πατέρα του. Μαζί με τον παππού μου συνέχιζαν να πηγαίνουν στα μεγάλα χωριά, ως επί το πλείστον, Ασημοχώρι και Γοργοπόταμο που γίνονταν πολλοί γάμοι. Τον παππού μου τον πρόλαβα καλά, πέθανε το 1942.
Βιολί σε αυτούς τώρα ήταν ο Ήλκας ο Κοκκινόπουλος από το Νεστόριο Καστοριάς αλλά είχε πάρει την αδερφή του Νικόλα την Πηνελόπη, που είχε και άλλες αδερφές την Δημητρούλα και την Ευανθία. Το παρατσούκλι «Μπέτζα» το πήρε στη Στράτσιανη (σημ Πύργος) γιατί τον υποδέχονταν εκεί «γεια σου ορέ μπέτζα με το κλαρίνο σου». Ντέφι ήταν το παιδί του Ήλκα ο Απόστολος Κοκκινόπουλος.
Τελειώνοντας τους γάμους, έρχονταν σπίτι μας και μοίραζαν τα λεφτά λέγοντας πάντα τη φράση «άντε να χαρούμε και σ’ άλλα». Στη Βούρμπιανη λέγανε του παππού μου του Μιχάλη, μετά από κάθε πανηγύρι ή γάμο. «Όρε Μιχάλη που ήσουνα» εκείνος με τη βαριά του προφορά απαντούσε «Στο γκάμο» δεν τα μίλαγε καλά…είχε αρβανίτικη προφορά. «Πως πήγες ορέ Μιχάλη, βγάλταν τίποτες» και ο παππούς μου απαντούσε «ε μωρέ παιδί μου για τσ’ μπαγκέτες (=τσιγάρα)». Ο κλαριτζής τότε μάζευε τα χρήματα την πρώτη βραδιά του γάμου, τα μέτραγαν όλοι μαζί. Τα κράταγε και μετά το μέτρημα της επόμενης μέρας τα μοιράζανε στα τέσσερα με το ντέφι να παίρνει λίγο λιγότερα και το κλαρίνο τα πιο πολλά (όχι πολύ όμως).
Μετά στη ζυγιά του Νικόλα του «Μπέτζα» πήρα εγώ με το λαγούτο τη θέση του παππού μου πηγαίνοντας σε γάμους και πανηγύρια σε όλα τα χωριά.

2ο μέρος

Πως ξεκίνησες να παίζεις κλαρίνο, ποιος σε έμαθε;

 

Μετά από κάθε γάμο, κυρίως, ή γλέντι γυρνώντας σπίτι ο πατέρας μου και ο μεγάλος μου αδερφός ο Γιάννης μου λέγανε. «Μικρέ, κοίτα εκεί που πας να βλέπεις τα βήματα σε κάθε χορό» . Ο αδερφός μου ο Γιάννης μου αγόρασε ένα μικρό κλαρινάκι, το πρώτο μου κλαρίνο, το είχε φέρει από πάνω από τη Μακεδονία. Το είχα εγώ στο σπίτι και «φύσαγα» λιγάκι.
Άρχισα στα 14 μου να παίζω δειλά – δειλά κοιτάζοντας να μάθω μόνο από τον μπάρμπα μου το Νικόλα «Μπέτζα» το Χαλκιά . Αυτός εξάλλου ήταν τότε ο κορυφαίος.

Έπαιζε και ο Τάκης Χαλκιάς – πολύ καλό κλαρίνο - αλλά δεν το κυνήγαγε και πολύ.

  Μαζί του παίζανε ο Νάσιος Κοκκινόπουλος, ντέφι ο Βασίλης Χαλκιάς και για λαγούτο που και που πήγαινε μαζί τους και ο πατέρας μου ο Παναγιώτης (Γιώτας), ο οποίος όμως κυρίως πήγαινε μαζί με τον Γιώργο τον Αδαμόπουλο από την Καστάνιανη με καταγωγή από Μπλίσγιαν΄ (σημ. Λαγκάδα). Ο Αδαμόπουλος εξαιρετικό κλαρίνο, έπαιζε όμως πιο πολύ σκοπούς της εκείνης λάκας (Σαραντάπορος).
Ο Νικόλας «Μπέτζας» Χαλκιάς, ο Βασίλης Χαλκιάς και ο Ήλκας είχαν ξεχωριστά σιδεράδικα (φτιάχνανε εργαλεία, κασμάδες, τσαπιά κ.α ). Σ΄ αυτούς τα χωριά φτιάχνανε τα εργαλεία τους . Ήξεραν την τέχνη και ότι «έβγαζαν» . Αλλά ζήσαν και με αυτό το επάγγελμα ας το πούμε επάγγελμα δηλ. Έρχονταν απ’ όλα τα χωριά να φτιάξουν και τσαπιά και άλλα σιδερκά.

Εσύ πότε άρχισες να παίζεις;

Εγώ στα 14 μου χρόνια πήρα το κλαρίνο. Άρχισα λίγο να παίζω.

Αυτοδίδακτος;

Ναι, αυτοδίδακτος. Το πρώτο μου τραγούδι ήταν να μάθω το Μενούση, ήταν πιο εύκολος. Λοιπόν, άρχισα σιγά σιγά να παίζω και τα ΄λλα τα τραγούδια. Πήγαινα και άκουγα στο κάθε χωριό, ποιο τραγούδι τραβιέται περισσότερο. Δηλ. μόλις μπαίνεις μέσα, λέμε το «ντουμπέτ», το καθιστικό, λοιπόν «Σε τούτο το σπίτ΄ που ΄μαστε …. να ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού. Εκτός αυτού, άρχιζαν με το χορό, άρχιζαν με το με το «Καραμαντάτκο».

Το κάθε χωριό είχε το δικό του ή τα δικά του τραγούδια που ξεκινάγανε το χορό;

Ο καθένας άλλαζε λίγο το ταλέντο του. Πήγαινες στο Γοργοπόταμο λοιπόν είχε άλλα τραγούδια, στο Ασημοχώρι είχε άλλα. Είχε διαφορετικά στον ήχο όμως. Τα ίδιο τραγούδι είχε διαφορετικό ήχο και μελωδία στο κάθε χωριό. Πήγαινα εγώ εκεί (στα χωριά) το άκουγα «Όρε λέω εδώ στο Γοργοπόταμο θέλουν επί το πλείστον αυτό το τραγούδι, το Ασημοχώρι θέλει κείνο». Όταν τελείωνα το γάμο και ερχόμασταν για το χωριό (Βούρμπιανη) μαζί όλη η κομπανία, εγώ τι κρατούσα ; με τη σφυρίχτρα (σφύριγμα) από Ασημοχώρι ή από το Γοργοπόταμο με τη σφυρίχτρα κρατούσα αυτό το τραγούδι (που χορεύονταν πιο πολύ) για να μη μου φύγει από το μυαλό…. Έτσι, πήγαινα και μέσα στο σπίτι κατακουρασμένος και συνέχιζα να σφυρίζω και εκεί. Η μακαρίτισσα η Μάνα μου, μου ‘λεγε «ε ρε παιδί μ’ είσαι κουρασμένος με τη σφυρίχτρα(σφύριγμα) συνεχίζεις ακόμα». Εγώ με τη λαχτάρα να μη χάσω το σκοπό, της έλεγα «Μάνα τίποτις σχόλασε, φέρε δω το κλαρίνο, πατέρα πιάσε το βιολί, έπαιζε και βιολί και λαούτο» και έτσι α, α, α, δώσ’ του από δω το πάλευα μόνος μου και άρχισα να παίρνω μπροστά. Μετά από ένα χρόνο ανέλαβα το συγκρότημα το δικό μου εγώ μετά.

Σε ποια ηλικία έκανες το δικό σου συγκρότημα;

Στα δεκατέσσερα μ’ τα χρόνια, με τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου. Ήμασταν οικογενειακό συγκρότημα εμείς. Εγώ έπαιζα κλαρίνο, ο πατέρας μου έπαιζε βιολί τον παίρναμε, επειδή ήταν ο Γιάννης ο μεγαλύτερος μου αδερφός με το βιολί, λαούτο έπαιζε ο Ρήτος και ντέφι, ντέφι έπαιζε ο γαμπρός μου ο Μπόνιας. Τον θυμάσαι το Μπόνια.

Ποιος ήταν ο πρώτος γάμος ή πανηγύρι που εσύ πρωτόπαιξες κλαρίνο;

Τον πρώτο γάμο που έπαιξα ήταν ο γάμος του Γιώργου του Παπαναστάση έπαιρνε την κόρη του Μάρκου Τέρτση από τη Βούρμπιανη, ήταν χειμώνας. Μετά έπαιξα στου Σκούφια την Αγλαΐα, την έπαιρνε κάποιος Λάος. Με πήρε εμένα. Πήρε τον πατέρα μου ο Λάμπρος με τον πατέρα του το Βασίλη και του ‘πε «Γιώτη, πάρε το Μιχάλη κι ας έρθουν τα παιδιά να γλεντήσουν, εκεί στα προζύμια και σ’ αυτά. Έπαιξα και εκεί. Μετά άρχισα το γερότερο γάμο που πήρα και αύτωσα (έπαιξα) ήταν στην Αετομιλήτσα. Παντρεύονταν ένας το γάμο ήταν στην Αετομιλήτσα.

Πόσο χρονών ήσουν τότε;

Σε αυτό το γάμο ήμουν στα 15 προς 16. Πήγα, γιατί τότε στο Ντέτσκο (Αετομιλήτσα) γινόταν πολλοί γάμοι του Αηλιώς. Ήταν νομάδες και μαζεύονταν πολύς κόσμος το καλοκαίρι εκεί. Γινόταν πέντε γάμοι περίπου. Παίρνανε όργανα και από τη νύφη και από το γαμπρό. Εμείς από δω πηγαίναμε δυο κομπανίες για τη νύφη. Εγώ και ο μπάρμπας μου ο Νικόλας (Μπέτζας). Από το γαμπρό ήταν από αλλού. Από τα Γρεβενά αν θυμάμαι καλά.

Παίζατε μαζί με τη κομπανία του Νικόλα;

Ο καθένας είχε τη δική του κομπανία αλλά παίζαμε και μαζί. Ήμασταν αγαπημένοι δεν είχαμε και τίποτε να χωρίσουμε.

Τι θυμάσαι από εκείνο το γάμο;

Έπαιξα στο γάμο της κοπέλα του Νίκου Καράτζιου, που ήταν τσαγκάρης έφτιαχνε τσαρούχια, τα καλύτερα τσαρούχια. Οι πατεράδες μας πήγαιναν νωρίτερα στο γάμο. Εκεί λοιπόν ο Νίκος φώναξε τον πατέρα μου και του είπε «Γιώτα – έτσι τον λέγανε οι Βλάχοι – θα ‘ρθεις παντρεύω το Κορίτσι» . Ο πατέρας μου έλεγε «έχω το παιδί με το κλαρίνο » και έτσι πήγα. Πήγαμε στην πλατεία στο Ντέτσκο πάνω από τη βρύση είναι μια Ιτιά ακόμα είναι. Πήγα τις προάλλες και είπα ο πρώτος γάμος μακριά από το χωριό μου ήταν εδώ. Πήγαμε εκεί το βράδυ πήραμε το νερό όπως γίνεται συνήθως άρχισαν μετά να φτιάξουνε την κουλούρα κτλ από το γαμπρό ήταν κάποιος πολύ καλός κλαριτζής από τη Μακεδονία. Αδαμόπουλος Νικόλαος μουσικός πολύ καλό κλαριτζής. Πήγαμε στο γάμο τελειώσαμε έμεινε ο κόσμος κατευχαριστημένος. Την άλλη μέρα, είχαμε πάει Σάββατο, Κυριακή γίνονταν 2-3 γάμοι. Είχανε φέρει κάτι όργανα, από την Κυψέλη. Τα χαλάνε στην προίκα τα σόγια και οι καημένοι οργανοπαίκτες φύγανε εφόσον διέλυσε ο γάμος. Εμείς ήμασταν τελειωμένοι και καθόμασταν εκεί. Τα άλλα τα όργανα ήταν στους γαμπρούς και παίζανε. Καμιά φορά τα σιάζουν. Από το σόι του γαμπρού ήταν ο Τάκης ο Χαλκιάς, πατέρας του Κώστα, μαζί με το μπατζανάκη μου το Μήτσο και τον πατέρα του το Νάσιο από την Πυρσόγιαννη και λέγανε στεναχωρημένοι. «Όρε τη πάθαμε τα χάλασαν στο προικιό και τι θα γένουμε εμείς τώρα» Μετά το σιάξιμο, ο Τάκης και οι άλλοι πήγανε στο γαμπρό. Έρχονται από τη νύφη για να πάρουν τα προικιά και το ένα και το άλλο. Η Βάγγιω λέγονταν η νύφη Καράτζιου. Τα όργανα που είχαν κλείσει είχαν φύγει για την Κυψέλη. Έρχονται από τη νύφη και βρίσκουν τον πατέρα μου. «Γιώτα που τα ‘χεις τα παιδιά; «Εδώ για τους λέει εκείνος» «Ουφ. Ελάτε να πάρτε τη νύφη δεν έχουμε όργανα» Πήγαμε και βγάλαμε την προίκα. Ήμασταν 6 κομπανίες. Τρεις από το γαμπρό και τρεις από τη νύφη. Τρεις ηπειρώτικες και τρεις Μακεδονίτικες. Εκείνοι (μακεδονίτικες κομπανίες) είχανε τα νταούλια και τις κορνέτες σε έτρωγαν. Αν φυσούσαν μια φορά τις κορνέτες και χτυπάγανε τα νταούλια εμείς σβήναμε. Εμείς παίζαμε στην αυλή. Αυτοί πέρναγαν να πάνε να πάρουν την Κουμπάρα. Ο Νίκος ο Αδαμόπουλος και ο πατέρας μου ήταν πολλοί φίλοι. Τον αγαπούσε γιατί ο πατέρας μου έπαιζε λαούτο με αυτόν, γιατί αυτοί δεν είχαν λαούτο και του ‘λεγε «΄Έλα Γιώτη με τε σένα ευχαριστιούμε να κάτσουμε να παίξουμε λαούτο». Πέρασαν αυτοί (Μακεδονική κομπανία), εμείς είχαμε το χορό, μόλις φτάσανε 50 μέτρα πριν από εκεί που παίζαμε τους λέει (ο Αδαμόπουλος στην κομπανία του) σταματήστε τους λέει “ «Τ΄ ακούτε αυτό το παιδί ; αν περάσουμε εμείς έτσι (με νταούλια και κορνέτες) αυτό πάει χάθηκε, θα χάσει και το χορό» Σταμάτησαν και πέρασαν χωρίς να παίζουν, σεβάστηκαν εμένα αλλά σεβάστηκαν και το λόγο του Νίκου, ε ήταν και η γνωριμία που είχε με τον μακαρίτη τον πατέρα μου . Πέρασαν, έφυγαν, τελειώσαμε. Πήγαμε στα στέφανα ένας γάμος έμπαινε ένας έβγαινε έτσι γίνονταν. Τη Δευτέρα το απόγευμα, είχαν ένα ιδίωμα οι Βλάχοι στο Ντέτσκο, έβγαζαν τις νύφες στον Άγιο Νικόλα, στο σιάδι. Ο καθένας με τα όργανα του. Τραγουδούσαν οι Βλάχοι, πρώτα θα τραγούδαγαν αυτοί, με το στόμα και χόρευαν τα νιόγαμπρα και οι λοιποί, οι συγγενείς κτλ . Εκεί μέσα έπρεπε να ‘σουν ο πιο έξυπνος δεν θα μπαίνανε όλοι οι οργανοπαίκτες μέσα για να παίξουν στο γύρο, μόνο μια κομπανία έμπαινε. Ποιος ήταν ο πιο έξυπνος. Στο σιάδι αυτό, ήταν το τέλος του γάμου, ας πούμε και τη γίνονταν. Θα χόρευαν όλοι οι Βλάχοι μια γύρα και εκεί θα έμπαινε μια κομπανία μέσα και θα τελειώνανε έτσι τα πάντα (γύρω από το γάμο).
Ήταν ένας από την Κοτύλη, Μέλλιο τον λέγανε, κλαρίνο πέρα βρέχει, αλλά είχε το στόμα, τον αγαπούσαν οι Βλάχοι. Λέει του αδερφού μου το Γιάννη με το βιολί «έλα δω ρε χαμένε με το βιολί, να τους αφήκουμε όλους αυτούς εκεί με τα νταούλια και τις κορνέτες να περιμένουν πότε θα βαρέσουν. ΄Όλοι εκείνοι «κατέβαζαν τον άμμο της θάλασσας» Εγώ ξέρω πότε θα τελειώσουν οι Βλάχοι, τότες έτ(οι)μο εσύ με το βιολί εγώ (Μέλλιος) με το κλαρίνο και τα παιδιά με το οργανάκια τους να μπούμε μέσα» Και το έκανε. Έμειναν ετούτοι (οι άλλες κομπανίες) εδώ, λέγοντας «Όρε ο Μέλλιος μπήκε μέσα στο μεσοχώρι στο Ντέτσκο και ‘μεις απομείναμε απέξω; ». Τα ‘ μασαν τα πράγματα τους και σηκώθηκαν και έφυγαν. Εξάλλου τελείωναν και οι γάμοι.
Μετά το τέλος του γάμου μπήκαμε στο μαγαζί, τόχε ο Γερούσιας λέγονταν, μαγαζιά όλο με ούζο. Το ‘στρωναν, που λες, οι Μακεδόνες οι οργανοπαίκτες με το γκαζοντενεκέ το ούζο και γίνονταν δαυλί. Ξεκινούσαν από το Ντέτσκο να φτάσουν στο Νεστόριο.
Εμείς τόσο πιοτί δεν το ‘ χαμε, ούτε και τώρα το ‘ χουμε που λες Κώστα μ΄, γιατί εμείς δεν πίναμε.

Εσύ καθώς προχώραγε ο καιρός ακόμα μάθαινες παιξίματα; Έπαιζες κάθε μέρα, δούλευες το σκοπό σου τα χέρια σου;

Βεβαίως, όταν τελειώναμε (γάμο ή πανηγύρι) και πήγαινα στο σπίτι εγώ κάθε μέρα έπαιζα με το κλαρίνο.

Έκανες κάποια άλλη δουλειά;

Άλλη δουλειά μετά πήγαινα και με τους μαστόρους. Όταν είχανε δουλειά εγώ πήγαινα μαζί τους για λάσπη. Άλλο τίποτε δεν έκανα. Μετά όταν ήρθαμε στην Κόνιτσα, με το μακαρίτη το μπατζανάκη μου, πήγαινα στα σίδερα που ‘φτιαχνε τις οικοδομές.
Εγώ με το κλαρίνο κυρίως ασχολούμουν. Με το κλαρίνο μεγάλωσα, μαζί με όλα τα αδέρφια μου. Εγώ επί το πλείστον, για να είμαι ειλικρινής αγαπούσα πολύ το χωριό σου. Η Οξυά.

Θα φτάσουμε και σε αυτό. Εσύ μικρός μάθαινες κλαρίνο. Ποιο τραγούδι σου άρεσε, όταν ήσουν μικρός να παίζεις;

Όλα τα τραγούδια μου άρεζαν εμένα, γιατί εγώ νόμιζα ό,τι κάνω εγώ δεν κάνει άλλος κανένας. Αφού πάνω κάτω στην αγορά και μετά άντε πάλι με τη σφυρίχτρα, άντε και τούτο το τραγουδάκι άντε και το άλλο. Μετά ήμασταν παρέα με τα παιδιά στη Βούρμπιανη και γίνονταν επισκέψεις. Μου ‘λεγαν «Μιχάλη τι γίνεται, πάρ’ το κλαρίνο και έλα να πάμε στις επισκέψεις».
Γλεντούσαμε με όλα τα παιδιά, χορό τραγούδια είχαμε άλλο στυλ ήταν άλλοι καιροί τότε Κώστα μ’ . Γένονταν με τις εντολές. Πήγαινες στο Ασημοχώρι και ιδιαιτέρως στο Γοργοπόταμο έπρεπε να ξημερώσουμε με τις «Εντολές» .

Εντολές. Πως ήταν ακριβώς αυτό το έθιμο;

Με τα ποτήρια. Τα πέντε ποτήρια. Το πρόσταγμα του γάμου το είχε ο κουμπάρος. Σου έλεγε ο κουμπάρος αυτό σε όλους ΣΤΟΠ. Δεν ήταν άντε όποιος ήθελε……. Γινόταν τα στέφανα, έβγαιναν έξω οι συγγενείς την Κυριακή το απόγευμα, χόρευαν στο αλώνι, έφευγαν . Πηγαίναμε εμείς και παίρναμε το Νούνο, το Βλάμη. Ο Νούνος έφερνε το ψητό, το ψωμί και ο Βλάμης το ίδιο. Τα καζάνια ήταν 3-4 λογιών και δε σταματάγανε ήταν γεμάτα φαΐ.

Οι εντολές τι ήταν;

Τώρα θα σου πω. Στρώνανε τα τραπέζια έτρωγαν. Λέγανε σε μας, «Παιδιά τώρα ξεκουραστείτε, βάλτε στα όργανα να φάνε». Πηγαίναμε εκεί στο μαγειριό ή σε δωμάτιο και τρώγαμε ότι θέλαμε. Αυτοί (συγγενείς, καλεσμένοι) άρχιζαν να τρώνε και να πίνουν και άρχιζαν τα τραγούδια μετά λογιαστά τραγούδια, άντε να πάμε και εμείς μέσα (στο τραπέζι) να πιάσουμε τα νουμπέτια. Έπαιρνε ο κουμπάρος πέντε ποτήρια στο δίσκο. Οι μαστραπάδες με το κρασί πάαιναν ένας απάνω τον άλλο. Γέμιζε τα ποτήρια ο κουμπάρος και αφού σήκωνε το πρώτο ποτήρι έλεγε «Το πρώτο κρασάκι το πίνω στην υγεία και ευτυχία των νεονύμφων, το δεύτερο το πίνω εις υγείαν και ευτυχίαν των γονέων των νεονύμφων το τρίτο το πίνω εις υγείαν των παρευρισκομένων, το τέταρτο το πίνω εις υγείαν του Βλάμη και το πέμπτο το πίνω εις υγείαν του κουμπάρου. Μιχάλη πάρε το τάδε τραγούδι». Ως επί το πλείστον το πρώτο ήταν το «….Νίτσα, Νίτσα, Περγουλίτσα …….». Έπαιρνα εγώ το τραγούδι αυτό και ντάγκα….

Κράνιαζε; Α, βεβαίως. Όποιος σήκωνε εντολές άντε…. Τελείωνε ο κουμπάρος, έπρεπε να βρει άλλον τώρα. Γύρζε στ’ εμένα «Μιχάλ’ πίνω και καλώς να σε βρω» «Καλώς να κοπιάσεις» του ‘λεγα. Το ίδιο έλεγα και γω για αυτόν. Ο κουμπάρος γύρναγε από τον έναν στον άλλον και όλοι πίνανε από πέντε. Ήταν δε μερικοί που το τραβάγανε το κρασί, γέμιζαν τα ποτήρια και κάνανε λάθος , τότε τα ποτήρια τα ξαναγεμίζανε και άντε πάλι από την αρχή ο ίδιος. Τα ποτήρια ούτε αυτοί δεν χόρταιναν….Ξαναγεμίστε τα ποτήρια και άντε πάλι από την αρχή. Τελειώναμε και μας έπαιρνε 4 ώρα τη νύχτα και νάναι και χειμωνιάτικη βραδιά.

Πως πηγαίνατε στα χωριά τότε;

Με τα ποδάρια και χωρίς γιοφύρια και χωρίς τίποτε. Να περνάς τα ποτάμια και να λες, να φοβάσαι μη σου έρθουν πράματα από πάνω να ‘ ναι θολά να κατεβάζουν νερά. Στα χωριά τελειώναμε το γάμο Δευτέρα μεσημέρι, για να πας στο Νούνο να πας στο Βλάμη μας έπιανε το μεσημέρι. Ύστερα σε πολλά χωριά – σε κρύο καιρό - είχαν ένα ιδίωμα το πρωί να ‘βγαζαν τα «πόντιζα» , το ρακί στα τ’σκάλια γιομάτα τσίπουρο.
Τελειώναμε και μετά μας ξεπροβόδιζαν. Όλοι λέγανε «Τώρα Μιχάλη, παιδιά όπως μας γλέντησες εσύ θα σε γλεντήσουμε και ‘μεις» και μας έβγαζαν έξω τραγουδώντας από το χωριό τους. Στο Γοργοπόταμο μας πήγαιναν μέχρι έξω στη βρύση που ‘χουν.

Τελείωνε εδώ ο γάμος; Στα «πιστρόφια»;

Εμ, δεν τέλειωνε το γλέντι. Την άλλη μέρα, όπως λες και συ Κώστα μ΄, είχαμε και τα «πιστρόφια». Το ίδιο συνέβαινε και στα «πιστρόφια» .

Αυτά τα ήθη και έθιμα γινόταν σε όλα τα χωριά; Όχι. Βούρμπιανη, Ασημοχώρι, Γοργοπόταμο και Πυρσόγιαννη. Τα άλλα τα χωριά δεν είχαν. Πληκάτι, ούτε κατά διάνοια το ίδιο. Πήγαινα σε γάμο το πρωί στο Πληκάτι. Μαζεύονταν από το πρωί έτρωγαν το μερίδιο μέχρι το βράδυ και αρχινούσανε το χορό. Χόρευαν όλη τη νύχτα, όμως δεν είχαν τέτοιες εντολές αυτοί να πούμε.

Στην Οξυά, τι γινόταν; Ούτε η Οξυά είχε τέτοια (εντολές κοκ). Η Οξυά είχε το καλό το τραγούδι. Το καλύτερο που ήταν όχι μονάχα για τον κόσμο, αλλά το καλύτερο και για τους οργανοπαίκτες. Ξεκινούσαμε την Παρασκευή το βράδυ που πηγαίναμε παίρναμε το νερό, γινόταν τα σχετικά με τα όργανα. Χόρευε όλο το βράδυ όλος ο κόσμος μέχρι που ξημέρωνε. Το πρωί του Σαββάτου τελειώναμε. Μετά ερχόμασταν την Κυριακή το πρωί, μόλις φτάναμε κοντά στο σπίτι του Νούνου, βαράγαμε (παίζαμε) τα όργανα, άντε μετά να πάρουμε το βλάμη, να ξυρίσουμε το γαμπρό, όλα αυτά τα έθιμα. Μετά πηγαίναμε να στεφανώσουμε. Πηγαίναμε στην εκκλησία, γυρίζαμε πάλι χορός. Το βράδυ πηγαίναμε στο σπίτι στα νιόπαντρα – ήταν καλεσμένο όλο το χωριό - τρώγαμε μετά πηγαίναμε στο τραπέζι που ήταν οι συγγενείς παίζαμε 2-3 νουμπέτια και μετά άρχιζε ο χορός. Χόρευαν μέχρι το πρωί. Έβγαζαν κάλτσες, έβγαζαν πουκάμισα. Ήταν μερακλήδες πολύ οι Οξυώτες.

Όλα αυτά τα χρόνια που εσύ ασχολήθηκες με τη μουσική, μιας και ήταν η κύρια δουλειά σου, ποιοι άνθρωποι σε βοήθησαν να φτάσεις εδώ που έφτασες. Ποιοι άνθρωποι της μουσικής σε βοήθησαν; Έμενα όλοι με βοήθησαν. Η δική μου οικογένεια όλοι-όλοι. Δεν έχω από κανέναν παράπονο. Απλοί καθημερινοί άνθρωποι, είτε στην Οξυά είτε στις Χιονιάδες είτε αλλού με βοήθησαν και το κάνανε με μεγάλη χαρά. Νομίζω ότι όπως με γλέντησαν αυτοί τους γλέντησα και γω.

Ποιο κλαρίνο άκουγες και έπαιρνες ακούσματα;

Κλαρίνο άκουγα αυτό του μπάρμπα μου το Νικόλα. Μετά άρχισα να ακούω και άλλα κλαρίνα. Από την Καστάνιανη του Γιώργου Αδαμόπουλου, με είχε βαφτισμένο ο Γιώργος, εδώ ο Φίλιππας (Φιλιππίδη) , ο Ανδρέας, ο πεθερός μου ο Πέτρος (Αλεξίου) από τη Μόλιστα, ο πατέρας της γυναίκας μου, αυτός κι αν έπαιζε κλαρίνο. Είχα τον παππού μου, τον πατέρα της Μάνας μου, ο Κώτσιος Μπέτζιος με το βιολί. Οι δυο τελευταίοι Πέτρος Αλεξίου και Κώτσιος Μπέτζιος ήταν άβγαλτοι μαζί κλαρίνο και βιολί.

Σου δείχνανε πως παίζανε ή τους άκουγες;

Όχι, δεν μου δείχνανε, μόνο τους άκουγα. Εξάλλου από το ποτάμι (Σαραντάπορος) και δώθε δεν ερχόμασταν εμείς είχαμε τη δική μας μουσική. Εγώ με το αυτί μου, άκουγα τα γυρίσματα, άκουγα τη «φύσσα» τους. Ποτέ μου δεν μου δείξανε πώς να παίξω. Δεν μου είπαν «Κάτσε εδώ να σου δείξω πως γίνεται ή να μου πουν έτσι για το κάνω εγώ». Ίσως σκέφτονταν ότι, επειδή ήμουν μικρός, θα είχα ευκαιρίες να παίξω καλύτερα ενώ οι ίδιοι να μην είχαν μιας και είχαν περάσει τα χρόνια. Εξάλλου αυτοί (Πέτρος και Κώτσιος) είχαν τη δική τους περιφέρεια. Στα χωριά τα δικά μας τότε γίνονταν 2 και 3 γάμοι δεν βρίσκανε όργανα και ο μακαρίτης ο πατέρας μου έλεγε στον πεθερό μου. «Πέτρο έχω ένα καλό γάμο στο Γοργοπόταμο έρχεσαι; » «Μωρέ Παναγιώτη, να ΄ρθω αλλά δεν ξέρω τα εθίματα.». Ήταν άλλα τα έθιμα από το ποτάμι και δώθε. «Μωρέ τι σε μέλλει εσένα είμαι εγώ» του ‘λεγε εκείνος.

Αυτά τα έθιμα και κυρίως τα ακούσματα, που φαίνεται ότι διαφέρουν στη δική μας λάκα, ποιοι άνθρωποι ή παράγοντες, κατά τη δική σου γνώμη, τα επηρέασαν θετικά; Οπωσδήποτε και συμφωνώ με σένα Κώστα μου ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά στα έθιμα αλλά και στα «ακούσματα» στη δική μας λάκα. Σίγουρα θα υπάρχουν πολλοί παράγοντες που διαφοροποιούν την κάθε ενότητα ξεχωριστά. Εγώ μπορώ να πω μόνο για τη μουσική. Ο άνθρωπος που φαίνεται ότι επηρέασε τον ήχο και τη μελωδία των σκοπών στα δικά μας χωριά (Βούρμπιανη, Ασημοχώρι, Γοργοπόταμο, Χιονιάδες και Οξυά) ήταν ο μπάρμπα μου Νικόλα ο Μπέτζας και το κλαρίνο του. Αλλά και όχι μόνο αυτός. Όλοι αυτοί, οι δικοί μας άνθρωποι, άνθρωποι μιας γενιάς ήταν οι πρώτοι που κάνανε να δημιουργηθεί μια διαφορετική μουσική στα δικά μας χωριά.

Μείναμε πολύ σε γάμους σε πολλά χωριά. Να σε ρωτήσω όμως πανηγύρια δεν γινόταν; Βεβαίως, κάθε γιορτή πανηγύρι ήταν ετότε. Γινόταν του Αη Γιωργιού που θα πάμε; Θα πάμε στην Πυρσόγιαννη σε όλους τους Γιώργηδες. Στην Οξυά ερχόμασταν του Αγ. Δημητρίου, του ΑηΓιαννού. Σε τόσες γιορτές εμείς ερχόμασταν και πηγαίναμε επισκέψεις. Σε 2-3 επισκέψεις να ερχόμασταν στα χωριά νάτο έβγαινε το «μεροκάματο».
Ήταν κόσμος τότε και γλεντούσε αυτός ο κόσμος.

Στα δικά μας χωριά πως άρχισες να παίζεις σε γάμους και πανηγύρια;

Μόλις απολύθηκα από φαντάρος από το Μενίδι Αττικής – όπου έπαιξα κλαρίνο που δεν το αποχωρίστηκα ποτέ- το 1953, ήρθα εδώ στο χωριό. Όπου θα γινόταν γάμος πήγαινα πιο νωρίς για να «μιλήσω» να παίξω. Π.χ θα γίνονταν γάμος στο Κάντσικο (σημ. Δροσοπηγή), έπαιρνα το «δύο τραμ» και πήγαινα στο σπίτι που θα γίνονταν. Μίλαγα με το γονιό για να κλείσω το γάμο και έτσι έπαιζα. Σε μερικά χωριά είχαμε και συμφωνία πόσα λες; 500 δραχμές, εκτός τα τυχερά. Στο Κάντσικο δε και στη Λαγκάδα σχεδόν τους έχω εγώ τους περισσότερους παντρεμένους. Το ίδιο και στην Οξυά.

Στο Στρατό πως ήταν η ζωή σου. Ήσουν από φτωχή οικογένεια, πως τα κατάφερνες, δούλευες;

Υπηρέτησα ως οδηγός στα τεθωρακισμένα. Ξεκινήσαμε, μαζί με το κλαρίνο μου, στις 25.3.1950 από την Πρέβεζα, με το καράβι «Αλφειός», για την Αθήνα. Μέσα στο καράβι για να βγάλω το χαρτζιλίκι έπαιζα όλο το βράδυ μαζί με ένα παλικάρι που έπαιζε βιολί από τον Παρακάλαμο. Στην Ομόνοια, όπου κατέβαινα για πρώτη φορά, συνάντησα το Γιώργο τον Παπακώστα είχε πάρει τη Σταμάτω του Σκούφια. Ήμασταν κουμπαριά. Στο «Νέο» συναντήσαμε όλους τους κοντοχωριανούς. Ο Γιώργος με πήγε στην ταβέρνα «Η Ζίτσα» να παίξω για μια βραδιά και να φροντίσει για να κοιμηθούμε, μαζί με ένα Σδούκο από τη Λυκόραχη. Έπαιξα εκεί και μετά κοιμηθήκαμε καταγής, κάτω από ξύλινη σκάλα ενός ξενοδοχείου με σκέπασμα εφημερίδες και μια σκισμένη κουβέρτα. Στο στρατό έπαιζα κλαρίνο και στο Μενίδι, κάθισα 6 μήνες. Μετά, στο 9ο Σύνταγμα στην Άρτα 22 μήνες εκεί. Μετά πήγα για εκπαιδευτής οδηγός στο Τατόι. Έτσι, έβγαινα και έπαιζα στη «Ζίτσα» και εκεί με έβρισκαν τα παιδιά. Μετά γύρισα στο Δελβινάκι, ήμουν μαζί με το Βαγγέλη του Ζούκη, ήταν φωτορεπόρτερ αυτός, τον αδερφό του Στέφου, όπου ένας έξυπνος ίλαρχος με άφηνε να βγαίνω και να παίζω στα πανηγύρια.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος της κουβέντας

Την Οξυά, για να περάσουμε και στα δικά μας, εσύ πως τη γνώρισες ;

Στην Οξυά δε θυμάμαι σε ποιανού τη χαρά είχα έρθει. Ίσως για τον Καρπούλη, ίσως για τον πατέρα σου τον Ανδρέα ήρθα, δε θυμιέμαι για ποιον είχα έρθει την πρώτη φορά. Πάντως σε κάποιον μεγάλο γάμο πρωτόπαιξα όμως δε θυμάμαι ακριβώς μωρέ Κώστα μου να σου πω. Από τότε που ήρθα στο χωριό δεν πάτησε άλλος οργανοπαίκτης. Μιχάλη και Μιχάλη, Μιχάλη και Μιχάλη ήταν. Τον αγάπησα αυτό τον τόπο. Αγάπησα τους ανθρώπους του. Μερακλήδες, γλεντζέδες, έξω καρδιά, φιλόξενοι όλοι. Ε το πανηγύρι του Αηλιώς, τότε γινόταν πανηγύρι μεγάλο με ψητά με κόσμο με γλέντι. Με ρώταγαν άλλοι «Μιχάλη γιατί πας στην Οξυά; », έλεγα «Είναι καλύτερα εκεί, είναι το χωριό μου, με θέλει εκείνος ο Αηλιάς – τον βλέπεις εκείνο τον Αηλιά που βγαίνει στην κορυφή επάνω – εψές το βράδυ μουπε ‘Μιχάλη κοίταξε μη δεν έρθεις; ’».
Από τότε, από το 1953 μέχρι και σήμερα το 2008, μόνο μια φορά την εγκατέλειψα την Οξυά, όλα τα άλλα τα χρόνια έδινα παρόν του Αηλιώς και όσο είμαι καλά θα το είμαι εκεί κάθε 20 Ιούλη. Στο σιάδι στον Αηλιά, έστω και χωρίς κόσμο. Επίσης, όλοι οι γάμοι και σχεδόν όλα τα πανηγύρια με μένα άρχιζαν και τελείωναν. Το έκανα και θα συνεχίσω να το κάνω, όσο είμαι γερός, με μεγάλη μου χαρά.
Τι να πρωτοθυμηθώ. Βγαίναμε πάνω στον Αηλιά και το κέφι που δημιουργούσαν οι παλιοί ήταν άλλο πράγμα. Ο Κώτσιο Λάζος και ο Κώτσιο Τσίμας, βρε συ παιδί μου, το κέφι που κάνανε, με το τίποτε. Χωρίς να πιουν. Φτάναμε εκεί, ένα τσίπουρο, ένα ούζο, ένα λουκούμι μπρος στο χορό. Κέφι πάντα και χορό βρε χορό όλοι τους.

Είχε διαφορετική μουσική η Οξυά απ΄ ό,τι άλλα μέρη εδώ ;

Είχε. Έχει αλλιώτικο σκοπό. Έχει.

Έχει λες ;

Ααααα βέβαια έχει.

Ποια νομίζεις ό,τι είναι η διαφορετικότητά της; Η δική σου άποψη, ως γνώστη, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Να σου πω. Το Καραματάκι που χορεύετε εσείς, το Καραμαντάτκο δηλ και το Μπεράτι, (εδώ σφυρίζει το σκοπό….. η μελωδία σε σφύριγμα κλαρινίστα έχει χρώμα)
Να σου συνεχίσω και στο Αρβανιτοβλάχικο (τααρατα τα- ταρατα τα ταρα τα – ο σκοπός του με ήχο….) δεν το παίζαμε εμείς στα χωριά –δηλ. ούτε κατά διάνοια – με τον τρόπο που εσείς το χορεύατε ακόμα και σήμερα. Ενώ στην Οξυά πρώτο τραγούδι ο σκοπός πολύ γνώριμος για όλους και η μελωδία του επίσης. Μιχάλη, ξέρεις τι…Καραμαντάτκος , ο σκοπός αλλιώτικος εδώ. Πρώτα αυτό μετά το Μπεράτι μετά το Αρβανιτοβλάχικο και μετά όλα τα ‘λλα τα συγκαθιστά και τα υπόλοιπα, τα χόρευε όλα αυτά η Οξυά.

Οι άνθρωποί της Οξυάς και αναφέρομαι στους παλιούς είχαν και τις ιδιαιτερότητές τους ο καθένας. Θα τις πούμε παρακάτω αυτές εξάλλου.

Οι καλύτεροι και πιο φιλήσυχοι άνθρωποι είναι οι Οξυώτες. Στα γλέντια πρώτοι. Ποτέ δεν έχουν παρεξηγηθεί ούτε σε γάμο ούτε σε γλέντι ούτε σε επίσκεψη. Ποτέ. 30 με 40 ψητά στον Αηλιά να ψένονται. Πήγαινα εγώ, με τα παιδιά νουμπέτ εδώ νουμπέτ εκεί νουμπέτ παραπέρα. Μετά μας μάζευαν μαζί τους. Έβγαιναν οι παλιότεροι (Κώτσιο Βαδάσης, Τάσος Ζούκας, Κώτσιο Λάζος, Κώτσιο Τσίμας) μας γέμιζαν με κρέας τα πιάτα, με πίτες και με κρασί τα ποτήρια. Εμείς ντρεπόμασταν αλλά αυτοί εκεί. «Μώρε μπάρμπα Κώτσιο που το πας όλο αυτό του ‘λεγα» και κείνος «Πάψε, να το πάρεις αν δε το φας εδώ και για το βράδυ σπίτι». Κώστα και Θωμά μου , σα δικά τους παιδιά, δε μας ξεχώριζαν. Πώς να το ξεχάσω εγώ αυτό.

Εσύ δούλεψες και στην Οξυά;

Ναι δούλεψα στην δεξαμενή στα «Συμπήγαδα» και κοιμόμουν στο σπίτι σου. Δουλεύαμε όλοι μέρα στην δεξαμενή και το βράδυ κοιμόμασταν με άλλους Βουρμπιανίτες στο Λαζέϊκο. Από την Οξυά δεν έχω κανένα παράπονο όλα μου τα χρόνια. Κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε να μου πει καμιά κουβέντα εναντίον μου.
Αυτό το θεωρώ μεγάλη μου υποχρέωση. Αλλά και εγώ ότι μου λένε δε τους χαλάω ποτέ χατίρι.
Αφού λέω αλλού που με καλούν. Αν κάνει τίποτε η Οξυά (γλέντι, εκδήλωση, Αποκριές, χορό) ξεχάστε με. Θα ‘ μαι εκεί. Στο χωριό μου.

Να μας θυμίσεις, τι χόρευαν οι Οξυώτες ;

Ας αρχίσουμε από τον κάτω Μαχαλά. Θυμιέμαι ότι ο Παναγιώτης Μπίζος χόρευε την Ξενιτιά, ο Τόλης Αθανασόπουλος λίγο το Καραμαντάτικο, ο παππού Κίτσος Μαργαρίτης το «έβγα στον Αι Δημήτρη», ο Κώτσο Λάζος το Αρβανιτοβλάχικο , αν δε το έπαιζα αυτό δεν έβγαινε από το χορό, το ίδιο και ο Τάσος Ζούκης αν δεν έπαιζα τη φράσια που να κάτσει κάτω, ο Πασχάλης το μπεράτι. Ο Κώτσο Τσίμας με το Αρβανιτοβλάχικο και άλλο τίποτε δεν ήθελε αυτός, με το μπεράτι γλένταγε ο Κώτσο Βαδάσης – αυτός ήταν μάγειρας από τους λίγους - , το τσάμικο «έβγα να μπείτε στο χορό» ο Γιώργο Κυπαρίσσης. Γκάιντα μόνο λίγο οι γυναίκες τη χόρευαν. Από τους συνομήλικους μου μετά ο Ανδρέας Λάζος «τα παιδιά της Σαμαρίνας» , ο Νίκος Τσίμας όλα τα χόρευε, τώρα μου ‘ πε ότι θέλει να ξαναθυμηθεί το Καραμαντάτκο και θέλει να του το δείξω στον Αηλιά φέτος. Ο Βασίλης ο Κυπαρίσσης χόρευε Τσάμικο. Μα και σεις μετά τα παιδιά. Εσύ Κώστα, ο αδερφός σου ο Νάσιος, ο Δήμος, η Λαμπία όλα όλα τα παιδιά κρατάνε τα βήματα και τα χνώτα των πατεράδων και παππούδων σας, στο χωριό σας. Ξέρω ΄γω τι είναι αυτό. Φαίνεται ότι ο Σύλλογος σας ήταν και είναι πάντα δυνατός και σας κρατάει μονιασμένους και αγαπημένους. Με το Σύλλογο δε σταμάτησαν οι χοροί. Στην Οξυά όλα τα παιδιά χόρευαν.

Εσένα Μιχάλη το αγαπημένο σου τραγούδι ποιο είναι ;

Εμένα το αγαπημένο μου τραγούδι είναι «Τι να τον κάνω το ντουνιά, τον έρημο τον κόσμο».

Αυτό θα το ακούσουμε. Αυτό, Μιχάλη μου, θα μας το παίξεις στο τέλος αυτής της κουβέντας μας ;

Θα σας το παίξω παιδιά μου.

Τι άλλες ιδιαιτερότητες, κυρίως της καθημερινότητας θυμάσαι από την Οξυά.

Υπάρχουν πολλά που θέλουμε μέρες για να λέω για τα παλιά τα χρόνια και τους ανθρώπους της. Μετά άλλαξαν τα πράγματα όπως παντού. Ο κόσμος λιγοστός και οι ευκαιρίες για γλέντι λίγες. Ο κόσμος τραβήχτηκε προς τα κάτω και έτσι μόνο το χειμώνα και του Αηλιώς, όπως ξέρεις είχε κόσμο. Οι άνθρωποί της τράβηξαν προς τα κάτω για μεροκάματο. Πιάστηκαν και πάντα με θυμόταν όπου και να με συναντούσαν. Τότε, με λίγα καλούδια στο τραπέζι όταν πηγαίναμε επίσκεψη και το κέφι ατελείωτο. Οι άνδρες όλοι μαζεμένοι και δώσε πάρε χορό, γέλιο, γλέντι ξεφάντωμα. Τώρα άλλαξε ο κόσμος, πας επίσκεψη στο τραπέζι είναι όλα όμως, ο κόσμος είναι μακριά. Δε γλεντάει. Έχει σκοτούρες και έχουν όλοι μικροί μεγάλοι. Στο χωριό τώρα έρχονται για ξεκούραση.

Σε όλη σου αυτή την πορεία με το κλαρίνο σου είναι κάτι που δεν πρόλαβες να κάνεις και θα το ήθελες ;

Να σου πω Κώστα μου. Έπρεπε να ‘χα κάνει από γρηγορότερα. Να ‘χα φύγει, να είχα πάει παρακάτω θα γινόμουν καλύτερος ακόμα στο κλαρίνο. Αλλά να σου πω κάτι. Δεν θα είχα ετούτα εδώ τα τραγούδια. Όμως να σου πω. Αν είχα φύγει θα τα έπαιζα όλα αυτά τα δικά μας τραγούδια. Γιατί παρακάτω δεν τα ακούγανε τότε τα δικά μας τραγούδια. Τα ακούγανε και λέγανε τι είναι αυτά εδώ. Όμως τώρα όσο νέοι άνθρωποι, όπως εσείς έρχεστε εδώ και παίρνετε τις κασέτες και ακούγεται γνήσια μουσική, όχι μόνο από μένα αλλά και από άλλους που κράτησαν τον τοπικό χαρακτήρα, τόσο πιο ήρεμα ακούγεται αυτή η μουσική παρακάτω, ας είναι από την Αθήνα ας είναι από αλλού μόλις ακούει κλαρίνο που δεν άλλαξε τότε ψάχνει να βρει κασέτες «Έχεις να μου δώσεις και σε μένα Μιχάλη μου λένε» .
Θα αναγκαζόμουν να τα έπαιζα όλα, δεν είναι κακό, αλλά θα είχα χάσει το δικό μας το σκοπό όπως τουλάχιστον νομίζω ότι τον παίζω τώρα. Υποχρεωτικά θα έπαιζα αλλιώς. Δεν το καταλαβαίνει όλη τη μελωδία ο κόσμος παρακάτω. Δε φταίνε οι άνθρωποι αλλά έτσι είναι. Οι αλλαγές πιάνουν όλους και αυτούς που ακούνε και χορεύουν και αυτούς που παίζουν. Στο λέω όμως, ότι αυτή τη γλύκα του κλαρίνου που έχω εδώ, δε θα την έβρισκα πουθενά.

Πως και δεν το αποφάσισες να φύγεις παρακάτω ;

Να σου πως δεν το αποφάσισα. Εμένα με είχε καλέσει η Δώρα Στράτου για τα χορευτικά και έπαιξα 4-5 φορές το 1967-1968 με το Ρήτο, ο μπατζανάκης μου ο Μήτσος ο Θανασάκης ο Χριστόπουλος. Εμένα με ήθελε η Δώρα Στράτου σα κλαρίνο μόνο μου. Είχε και άλλους μουσικούς από άλλα μέρη. Μου λέει εσένα κλαρίνο, άλλον από αλλού για βιολί, αλλού λαούτο και πάει λέγοντας. Λέω ναι. Τι σκέφτηκα όμως για να τα λέω όλα. Πήγαμε σε ένα χορευτικό. Θυμάμαι μάλιστα ότι στο χορό της Οξυάς τότε που έγινε κάπου στην Πατησιών είχαμε πριν πρόβα με τη Δώρα και μετά ήρθαμε εκεί για να παίξουμε. Μάλιστα ήρθε στο χορό της Οξυάς και το χορευτικό στο οποίο συμμετείχε και η πατριώτισσα μας η Λάλλου Ερ από τη Βούρμπιανη. Τελειώσαμε το χορό και γυρίσαμε την επόμενη μέρα στη Στράτου. Τότε μου είπε να μείνω σα κλαρίνο. Είπα στην αρχή, όπως σου είπα ναι. Αλλά μετά με τόσα κορίτσια εκεί και εμένα νέος καταλαβαίνεις.
Η γυναίκα μου ήταν στην Κόνιτσα. Έβαλα το σπιτικό μου πάνω από όλα και λίγο μετά της είπα ότι θα φύγω και μάλιστα της είπα και το λόγο. Μου πρότεινε να φέρω και τη γυναίκα μου μαζί να τη βάλει στις μοδίστρες στα ρούχα και να είμαστε μαζί. Αρνήθηκα γιατί οι προκλήσεις πολλές. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα γινόταν η καριέρα μου στο κλαρίνο αν έμενα. Όπως δεν μπορώ να ξέρω τι θα γινόταν η οικογένειά μου. Έτσι, ήρθα εδώ στον τόπο μου, έχω εδώ τον κόσμο μου είμαι αγαπητός, δόξα το θεό τα χρόνια μου τα πέρασα τώρα που μπορώ λίγο ακόμα να γλεντήσω κάμποσο κόσμο ακόμα και να περάσω και γω καλά μ’ αυτόν μέχρι να σταματήσω.

Μιας και ανέφερες τη λέξη σταματήσω. Το ‘χεις βάλει κατά νου, πότε θα λες εσύ να σταματήσεις ;

Όταν καταλάβω τον εαυτό μου. Άμα καταλάβω π.χ. στο πανηγύρι της Οξυάς να πάω και να μη μπορώ να τα βγάλω πέρα, παιδιά θα πω ευχαριστώ πολύ, άρα θα σας παίξω ακόμα 2-3 τραγούδια και μετά εγώ θα σταματήσω και θα κάτσω να πιούμε μαζί και να ακούσουμε τους άλλους που παίζουν και να γλεντήσω από κάτω μαζί με τον κόσμο.

Το παίξιμο με το κλαρίνο, αυτό που εσύ έμαθες ως αυτοδίδακτος και που όλα τα χρόνια παίζεις, δεν θα ήθελες να το μάθεις στα νέα παιδιά που αγαπάνε τη μουσική και θέλουν να μάθουν να παίζουν ;

Κοίταξε, ζωντανό παράδειγμα είναι ο Θανάσης Χριστόπουλος, ο ανιψιός μου, που είναι πολλά χρόνια μαζί μου και που, νομίζω, δίπλα μου γίνεται καλύτερος. Το κλαρίνο ίσως για πολλά νέα παιδιά θεωρείται υποτιμητικό όργανο. Σε πάρα πολλά παιδιά έχω πει εγώ ο ίδιος να ασχοληθούν με την παραδοσιακή μουσική και να πάω σε αυτά να τους δείξω τα παιξίματα. Τα δικά μου που δεν βασίστηκαν σε νότες, αλλά που ακολούθησαν την ανάσα του κάθε χωριού από το δικό μας τόπο, γιατί πιστεύω ότι αυτά κινδυνεύουν να χαθούν καθόσον εμείς οι μεγάλοι είμαστε τώρα λίγοι.
Γεγονός είναι ότι, ακόμα και στις μέρες μας που υπάρχουν τόσες και τόσες ευκαιρίες να μάθει κανείς όργανο, είτε μπουζούκι είτε βιολί είτε κλαρίνο, στα ωδεία ή σε σχολειά τα παιδιά, που κατάγονται από οικογένειες που υπήρχαν μουσικοί και ειδικά της παραδοσιακής, παραμένουν αυτοδίδακτοι και οι ίδιοι και κυρίως κοιτάνε να πάρουν ή να «κλέψουν» παιξίματα από τον πατέρα, το μπάρμπα τον παππού.

Νομίζεις ότι υπάρχουν νέα παιδιά στην περιοχή μας που θα ήθελαν να ασχοληθούνε με την παραδοσιακή μουσική και κυρίως με το κλαρίνο ;

Εάν εγώ σταματήσω, μετά εδώ πάνω μένει ο Θανάσης Χριστόπουλος και τα παιδιά από τη Βούρμπιανη. Κανένας άλλος. Μετά από αυτούς εγώ δεν βλέπω κανέναν άλλον που να είναι πίσω τους. Σκέψου τώρα εσύ, σε 40 χωριά της επαρχίας Κόνιτσας, πιάσε και τα βλαχοχώρια, εδώ πάνω είμαστε η δικιά μου ζυγιά και τα παιδιά από τη Βούρμπιανη. Αυτό, όπως καταλαβαίνει ο καθένας, είναι πολύ σοβαρό γιατί κινδυνεύει να χαθεί η παράδοση και τα ακούσματα μιας ολόκληρης περιοχής με μεγάλο μουσικό πλούτο. Η μουσική δεν είναι μόνη της, πάει μαζί με τα εθίματα είτε πρόκειται για χαρά είτε για λύπη.

Είσαι στο κλαρίνο και γενικότερα στην παραδοσιακή μουσική γύρω στα 65 χρόνια. Σε όλα αυτά τα χρόνια πως έζησες εσύ την παραδοσιακή μουσική. Τι αλλαγές έχουν γίνει και αν νομίζεις ότι αυτές την έκαναν ποιοτικότερη ;

Καταρχήν οι αλλαγές που έγιναν ήταν πάρα πολλές. Είναι λογικό γιατί αλλαγές γίνανε και στην καθημερινότητα μας, στον τόπο μας στα χωριά μας σε μας τους ίδιους. Άρα και η μουσική μας εδώ πάνω δεν θα μπορούσε να μείνει έξω. Οι αλλαγές αυτές είναι σε όλα τα επίπεδα της μουσικής, στον ήχο, στη μελωδία, στον τρόπο παιξίματος από τους οργανοπαίκτες ακόμα και από τους χορευτές. Ο καθένας νόμιζε ότι μια αλλαγή που ο ίδιος έκανε βελτίωνε την μουσική το άκουσμα αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Τα παλιά τα χρόνια δεν είχαμε και τα μέσα να δούμε κυρίως τι παίζονταν και αλλού, μη κοιτάς σήμερα. Οι αλλαγές όμως κάνανε και καλό στην παράδοση πιο πολλά νέα παιδιά μάθανε να χορεύουν και να χορεύουν καλά ακόμα και αν τα ίδια δεν είχαν γεννηθεί στα χωριά των γονιών τους. Έτσι, και οι μουσικοί μάθανε μέσα από αυτές τις αλλαγές να συνοδεύουν τα χορευτικά κυρίως να παίζουν για το χορό. Αν π.χ. έχεις ένα χορευταρά πρέπει να βάλεις κάτι και συ παραπάνω στο όργανο.

Εσύ παίζεις για το χορό και το χορευτή ή για το σκοπό;

Εγώ στο γάμο, σε πανηγύρια και στα γλέντια παίζω για το χορευτή. Αν αυτός είναι καλός θα με πιάσει και θα συνεννοηθούμε αν πάλι δεν είναι σε φόρμα πάλι θα τον πάω. Δεν θα βάλω πολλά δάκτυλα στο κλαρίνο μου, θα βάλω λίγα για να «τον φέρουμε στα πόδια». Σε παραστάσεις ή εκδηλώσεις όμως ο σκοπός και η ζυγιά μου έχει την πρώτη μου προτεραιότητα. Ειδικά στα παιξίματα της δικής μας λάκας δεν αλλάζω τη χροιά, παίζω όπως ακούγεται στον τόπο μας όπου και να είμαι. Θυμάσαι , τι έγινε στην Αθήνα πρόσφατα, στο βιβλιοπωλείο και μετά, που μαζί γλεντήσαμε, στο μαγαζί στην Πλάκα. Παίξαμε τα δικά μας τραγούδια, το δικό μας ήχο και νομίζω ότι γλέντησε ο κόσμος. Έτσι δεν είναι ; Eσύ θα μου πεις Κώστα μου, που ήσουν εκεί. Με το καθαρό κλαρίνο ο κόσμος το ‘φχαριστιέτε.

Το όργανο, από τότε που έμαθες εσύ το κλαρίνο μέχρι σήμερα, πόσο τεχνικά έχει εξελιχθεί ; Πειράζονται τα όργανα, αναφέρομαι μόνο στο κλαρίνο, προκειμένου να αποδώσουν καλύτερα και να βοηθήσουν τον οργανοπαίκτη ;

Σίγουρα το κλαρίνο έχει μεγάλη εξέλιξη από τότε που εγώ το πρωτόπιασα στα χέρια μου μέχρι σήμερα. Η τεχνική αυτή εξέλιξη όμως δεν άλλαξε τον ήχο. Ο ήχος και η μελωδία στα δάκτυλα του οργανοπαίκτη είναι, σήμερα όμως πρέπει, πιο πολύ από ποτέ να είναι και στην ψυχή του. Τα παλιά τα χρόνια ο κλαριτζής έπαιζε για τη δική του παρέα, για το δικό του κόσμο τους φίλους του σε όποιο χωριό και να πήγαινε. Σήμερα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Είναι αυτά που έχουμε πει πριν.
Εγώ δεν ξέρω να πειράζονται τα όργανα, στις δικές μου ζυγιές δεν είχε γίνει ποτέ αυτό. Τώρα, αν κανείς θέλει να κάνει αλλαγές στη μουσική που ακούγεται μπορεί να βάλει μπουζούκια με κλαρίνο μαζί αλλά αυτό δεν είναι παραδοσιακή μουσική. Εδώ στα μέρη μας δεν πάνε κλαρίνο με μπουζούκια ή άλλες μουσικές.

Μιας και είπες άλλες μουσικές. Όταν είσαι σε δικές στιγμές ή όταν ξεκουράζεσαι τι άλλο είδος μουσικής ακούς;

΄Όλα τα τραγούδια. Μου αρέσουν πιο πολύ τα ρεμπέτικα αλλά ακούω όλα τα είδη της ελληνικής μουσικής. Νησιώτικα, Θρακιώτικα – ωραία τραγούδια και σκοπούς έχουν εκεί - , όλα τα είδη. Τα ακούω και για να τα μαθαίνω. Αν δε τα ξέρω πώς να τα παίξω. Αν έχω και τραγουδιστή κοντά που «να τα λέει τα γράμματα» πάει μόνο το κλαρίνο. Όλες τις μουσικές τις ακούω. Θες δε θες όταν είσαι με ένα όργανο γεννημένος πάει το αυτί παντού.

Η καλύτερη μουσική σου μέρα ανεξάρτητα από τα πόσα χρήματα έβγαλες ή όχι θυμάσαι ποια ήταν; Να τελείωσε το δικό σου παίξιμο και να είπες στον εαυτό σου «σήμερα το φχαριστήθηκα καιγω».

Πάντοτε θέλω να το κάνω αυτό. Κοιτάω, μέσα από το δικό μου παίξιμο, να το ευχαριστιέμαι πρώτα εγώ για να το μεταδώσω και στον κόσμο. Γι΄ αυτό ίσως να με αγαπά τόσα χρόνια ο κόσμος. Το νοιώθω και το ζω αυτό που κάνω.

Ο οργανοπαίκτης είναι και άνθρωπος με τις δικές του στιγμές ακόμα και αν παίζει για να γλεντήσει ο κόσμος. Εσύ, νοιώθεις πότε δεν παίζεις καλά ;

Μερικές φορές ναι. Καμιά φορά είναι και λίγο το νεύρο, είναι η κούραση. Ξέρεις εμείς, όπως τηρείται και σεις στην Οξυά, δεν παίζουμε με τα μηχανήματα να μας καλύπτουν και έτσι αν παίζεις σε γάμο σε σπίτι παίζεις χωρίς μηχανήματα ε αυτό μετά από μέρες που παίζεις το όργανο σου φέρνει κούραση. Όμως επειδή το αγαπάμε την ξεχνάμε και παίζουμε για μας, για τον κόσμο και για τους χορευτές.

Δύστροπους ή ιδιόρρυθμους χορευτές είχες (σου έτυχαν) ;

Είχα, είχα πολλούς. Μου λέγανε «Μιχάλη δεν το παίρνεις καλά ή δεν το πιάνεις όπως πρέπει». Εγώ το άλλαζα λίγο και συνήθως το ξανάπαιζα όπως παίζεται… όπως το είχα αρχίσει… Περισσότερο γίνονταν για πείραγμα και για τίποτε άλλο. Ήμασταν αλλιώς τότε μια παρέα.
Αλλά υπάρχουν και πολλοί καλοί χορευτές – και σεις στην Οξυά έχετε και έχετε πολλούς και νέους , αλλά και σε όλα τα χωριά τα δικά μας, που πραγματικά χαίρεσαι να παίζεις γι αυτούς και σε γάμους και σε πανηγύρια. Πάντα υπήρχαν και δύστροποι και πολύ καλοί χορευτές.

Είπες πανηγύρια. Έχεις παίξει σε πάρα πολλά πανηγύρια σε όλα τα χωριά. Υπάρχουν αλλαγές στον τρόπο που γίνονται ;

Χμ, αλλαγές πάρα πολλές. Πρώτα- πρώτα γίνεται πανηγύρι και δεν έρχεται κόσμος. Εσείς δουλεύετε στην Αθήνα και αλλού. Έρχεται ο Αηλιάς , τον πονάτε τον Αηλιά και θέλετε να έρθετε. Έτσι δεν είναι ; Άρα σκέφτεσαι και λες. Για να πάω εκεί και να γυρίσω θέλω χρόνο έξοδα και όχι μόνο. Να μη δώσω και στο Μιχάλη 50 € για να χορέψω; Άρα αμέσως-αμέσως ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων και στα άλλα χωριά το ίδιο σκέφτεται με αποτέλεσμα τα πανηγύρια να μη μαζεύουν κόσμο. Αυτοί που είναι εδώ το γλεντάνε, το γλεντάνε πραγματικά. Εμείς όσες φορές πήγαμε εκεί, όσοι μαζευόμασταν περνάγαμε καλά. Δέκα ήμασταν περνάγαμε καλύτερα από αλλού που μαζεύεται περισσότερος κόσμος. Και ξέρεις μεταξύ μας δημιουργείται αμοιβαία εκτίμηση. Μου λένε Οξυώτες στον Αηλιά «Μιχάλη κάτσε εδώ, εμείς λίγοι ήμαστε αλλά εσύ θα φύγεις ευχαριστημένος» «Βρε παιδιά, σας ξέρω και με ξέρετε δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτε, εγώ θα έρχομαι πάντα στον Αηλιά, γερός να ‘μαι» , «όχι σε τιμούμε γιατί μας τιμάς». Έτσι είναι τα πράματα, να λέμε το ίσιο. Όμως, σε γενικές γραμμές η έλλειψη κόσμου δεν βοηθά τα ίδια τα πανηγύρια. Σε κάποια στιγμή θα αρχίσουν να κόβουν. Ακόμα είναι οι Σύλλογοι που προσπαθούν. Αλλά και αυτοί τι να πρωτοκάνουν.

Με το Σύλλογο της Οξυάς, πως μπλέχτηκες ;

Με το Σύλλογο της Οξυάς ο μακαρίτης ο Τάκης ο Ζούνης. Ο Τάκης ήταν από τα λίγα τα παιδιά. Θεός συγχώρεσε τον. Ήταν ανεκτίμητος. Όλα αυτά τα μικρά παιδιά που βγήκανε έγιναν τώρα και χορεύουν … Είχαμε το χορευτικό εμείς της Οξυάς. Μόλις είχατε το χορό με φώναζε «να ΄ρθείς να κατέβεις μια μέρα γρηγορότερα να κάνουμε να κάνουμε πρόβα τα παιδιά». Κατεβαίναμε και πηγαίναμε σε ένα ξύλινο κτίριο παλιό πάνω (σε όροφο) στην πλ. Κοτζιά, ανεβαίναμε πάνω μαζί με τον Κώστα το Νούσια, της Λευκοθέας τον άνδρα, που δυστυχώς χάθηκε. Μαζευόμασταν εκεί και τι τσίπουρα τι αυτά… μέσα εκεί, δυο τρεις ώρες να κάνουν πρόβα τα παιδιά. Αλλά μ΄ άρεσαν πολύ τα παιδιά. Με το πρώτο που τους έδειχναν βρε πως το παίρνανε αμέσως βρε βρε τα μπαγάσικαάτιμα… απίθανα στο χορό. Είχατε πολύ καλό χορευτικό. Το μόνο χορευτικό που δεν με έχει στενοχωρήσει ποτέ, μα ποτέ. Το μόνο χορευτικό, και το λέω με πολύ αγάπη, που με έκανε να λατρεύω το παίξιμο μαζί τους. Για δες τε να το ξαναφτιάξουμε το χορευτικό της Οξυάς.

Ο Τάκης (Ζούνης) λοιπόν σε «έμπλεξε» με το Σύλλογο της Οξυάς ;

Ο Τάκης στην αρχή ναι, αλλά και οι άλλοι που ανέλαβαν μετά. Αυτό συνεχίζεται και τώρα με εσάς που με τιμάτε με το να με καλείτε στις δικές εκδηλώσεις. Αλλά και σεις έχετε σταματήσει να κάνετε χορούς, όπως γίνονταν παλιά. Είστε όμως ζωντανοί και αγαπάτε το χωριό σας και νοιαζόσαστε γι αυτό. Άλλοι Σύλλογοι τώρα δεν είναι το ίδιο ζωντανοί, αρκετοί έχουν καταργηθεί δεν είναι εύκολο για όλα αυτά που αναφέραμε παραπάνω. Είναι δύσκολη η ίδια η ζωή και για να γίνει χορός ή εκδήλωση στην Αθήνα ή αλλού δεν είναι εύκολο. Ο κόσμος λογαριάζει τα έξοδα και το σκέφτεται να έρθει, έτσι και οι Σύλλογοι δυσκολεύονται να μαζέψουν κόσμο. Παλιότερα γινόταν από όλα τα χωριά χοροί, από Ασημοχώρι, Γοργοπόταμο, Καστάνιανη, Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Μόλιστα, Λαγκάδα και Οξυά. Τώρα, τίποτε. Τώρα πάμε να κόψουμε την πίτα , βάζουμε και το κασετόφωνο σε μια γωνιά να παίζει κλαρίνα και «απόληκε η εκκλησιά».

Εμείς όλα αυτά τα χρόνια ξέραμε ότι στα δικά μας πανηγύρια έρχονται ο Μιχάλης με το Ρήτο. Για μας ήταν μεγάλη τιμή που τον ακούσαμε και που δυστυχώς δεν είναι τώρα μαζί μας. Η κουβέντα μας αυτή, είμαι σίγουρος ότι την ακούει από κει ψηλά και ότι εκεί πάνω θα τον βάζουν στη μέση της παρέας για να ακούσουν το ντέφι αλλά και τη φωνή του, τη μελωδία του. Μίλησε μας για το Ρήτο, σαν αδερφό σου, σα μουσικός.

Τι να πω για το Ρήτο. Ο Ρήτος ήταν ένα διαμάντι και σαν άνθρωπος πάντα με το χαμόγελο πάντα με τον καλό το λόγο, αλλά και σα μουσικός. Ήταν ένας από τα καλύτερα από τα αδέρφια μου. Ήταν αγαπητός πρώτα-πρώτα με τον κόσμο. Το ντέφι το ΄πιανε η ώρα του. Το ΄πιανε και αν τραβούσε και ‘κανα δύο ποτήρια δεν τον έπιανες με τίποτε. Του έλεγα «Αμάν ρέ Ρήτο, πάρτο λίγο πιο σιγοντά» «Εγώ έτσι παίζω, εγώ έτσι το βαράω το ντέφι» πάντα ντόμπρος. Το Ρήτο τον είχε τόσος κόσμος. Όσος κόσμος ζει εδώ στην επαρχία όλοι το Ρήτο παινεύουν ακόμα και τώρα που δεν είναι κοντά μας, αλλά μας βλέπει. Και ξέρεις πιο είναι το παράξενο ότι, όπως λες και σύ, ο Ρήτος είχε πολύ καλή φωνή. «Τα 'λεγε τα γράμματα», άσε που ήξερε και όλα τα τραγούδια αλλά και ήξερε και τις ιδιαιτερότητές τους σε κάθε χωριό. Και εκείνο είναι που πραγματικά ο κόσμος αγάπησε το μοναδικό του παίξιμο στο ντέφι αλλά και τη φωνή του. Ήταν ψηλός (στη φωνή) και έβγαζε μελωδία. Αυτός είχε ξεκινήσει με λαούτο.

Παίζεις μουσική παντού, πολύ πάνω από μισό αιώνα. Όλη αυτή τη μουσική κιβωτό, μου επιτρέπεις την έκφραση, έχεις φροντίσει να υπάρχει κάπου σα μουσικό αρχείο. Ή απλά την ξέρεις εσύ να παίζεις και πέραν αυτού τίποτε; Υπάρχει δική σου παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές ;

Εγώ να σου πω. Αυτή τη μουσική την έχει περισσότερο ο κόσμος και λιγότερο ο Μιχάλης. Αν ψάξεις μέσα στο σπίτι τώρα δεν θα βρεις και πολλά. Δυστυχώς δεν μου έχουν αφήσει κασέτα ούτε δική μου, ούτε του μπάρμπα μου του Νικόλα ούτε και άλλων παλιότερων που έπαιξα με αυτούς. Όπως λες και συ τα καλά και τα σπάνια δεν βρίσκονται στο δημιουργό τους ήταν και δικό μου λάθος που δε φρόντισα να κρατήσω 50 δικές μου κασέτες, 10 κασέτες του μπάρμπα μου και 15 του Ρήτου, κ.ο.κ. Όλες τις κασέτες τις είχα αλλά δεν μου τις αφήσανε. Μιχάλη δώσε μου να σε ακούω στην Αθήνα, στα ξένα και έτσι δε μου απόμεινα πολλές. Τα παλιά τα χρόνια ήταν δύσκολα. Τότε πηγαίναμε σε πανηγύρια και μας γράφανε με τα κασετόφωνα μια κασέτα που την κράταγαν οι ίδιοι για να μας ακούν. Γι αυτό σου λέω ότι οι πιο πολλές κασέτες βρίσκονται στον κόσμο που μας αγάπησε. Και ο Ρήτος είχε κασέτες αλλά και αυτός δεν τις κράταγε για τον εαυτό του. Μπορέσαμε με το μαγαζί που υπάρχει στην αγορά να κρατήσουμε κάποιες μήτρες από τα δικά μας παιξίματα και όχι μόνο. Υπάρχουν μερικές μήτρες, δυστυχώς δεν είναι όλες, που έχουν μέσα το Ρήτο, το Μιχάλη, το Νίκο, το Βαγγέλη, το Κώτσο, το μπάρμπα μου το Νικόλα, τον πεθερό μου τον Αλεξίου, το Φίλιππα, όλους. Θα μπορούσαμε να είχαμε κρατήσει και άλλων πιο παλιών από μας. Στο μαγαζί υπάρχουν μήτρες που δεν βγαίνουν από εκεί, αυτές θα μείνουν ως που να λιώσουν. Αυτές είναι το αρχείο, δεν δίνονται αυτές. Για, σύρε στον Κατσαρό το Νίκο στην Αθήνα να πάρεις όσες κασέτες μας θες.

Στο σημείο ολοκληρώνεται η κουβέντα μας. Όμως το μικρόφωνο είναι στη διάθεσή σου να πεις ό,τι θέλεις. Ήταν ενδιαφέρουσα η κουβέντα και χαιρόμαστε που μας έδωσες τη δυνατότητα να μάθουμε όλοι μας ποιος είναι ο Μιχάλης, ο άνθρωπος που αγαπήσαμε που τόσα χρόνια μας γλεντάει και που και ο ίδιος περνάει καλά μαζί μας.

Έχω γνωρίσει κόσμο και κοσμάκη. Έχω ταξιδέψει στην Αμερική. Ο μακαρίτης ο Κώστας ο Μούσιος δάσκαλος από την Καστάνιανη, είχε την κοπέλα του παντρεμένη και εκεί άκουσαν από κασέτες τη κομπανία τη δική μου. Υπήρχε ένας σύλλογος εκεί που κάθε χρόνο έφερνε κομπανία παραδοσιακής μουσικής, από την Ελλάδα. Πιο συχνά παίρνανε τον Πέτρο Λούκα εκεί. Έρχεται εδώ ο γαμπρός του Μούσιου με την κόρη του την Αγαθή στο χωριό το πανηγύρι, μου λέει εκείνη «Μιχάλη, θα σου κάνω μια πρόταση θανάρθεις στην Αμερική ;». Εγώ νόμιζα ότι με δουλεύει της λέω «Αγαθή μου δεν τα αφήνεις αυτά.» Μου απαντά «Τι λες ορέ Μιχάλη, εσένα εγώ που σε έχει ο πατέρας μου σαν αδερφό. Εγώ σοβαρολογώ και θέλω να το σκεφτείς. Αναλαμβάνω εγώ το Σύλλογο στην Αμερική τώρα και θέλω να έρθεις» Κατάλαβα ότι έλεγε αλήθεια. Λίγο καιρό μετά με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι να πάω στις 9 Φλεβάρη 1987 και να ετοιμάσουμε τα διαβατήρια, με όλα τα έξοδα μας πληρωμένα και μια καλή τιμή σε δολάρια για μένα το μπατζανάκη μου το μακαρίτη το Μήτσο, τον ανιψιό μου το Θανάση και πήρα για τραγούδι τον αδερφό μου το Σωτήρη. Ο Ρήτος δεν ήρθε γιατί φοβόταν τα αεροπλάνα. Δε μπαίνω εγώ σ’ αυτό το διάολο μου ‘ πε ο Ρήτος.

Τι θυμάσαι από εκείνο το ταξίδι στην Αμερική ;

Πήγαμε στην Αμερική, μας περίμεναν δώσαμε πήγαμε στο σπίτι του Τάκη, κοιμηθήκαμε. Το πρωί μας βγάλανε έξω. Τι να πούμε εμείς έξω; Μη στεναχωριέστε μας λέει η Αγαθή θα μεταφράζουμε εμείς ότι λέτε. Μας σύστησαν σε άλλους Αμερικάνους που χάρηκαν που συναντούσαν μουσικούς παράδοσης και Φίλους των παιδιών. Το μεσημέρι καθίσαμε για φαγητό πήραμε και τα όργανα. Ο Δημήτρης τηλεφώνησε σε δυο φίλους του Έλληνες που είχαν ραδιοφωνικούς σταθμούς και έτσι πήγαμε και παίξαμε ζωντανά και αφού προηγουμένως είχε γίνει γνωστό ότι θα ακουστεί ηπειρώτικη μουσική με ορχήστρα από τα χωριά της Κόνιτσας. Παίξαμε στο κέντρο της Νέας Υόρκης όπου στο στούντιο του ραδιοφωνικού σταθμού ο νεαρός που έφτιαχνε τον ήχο μου είπαν ότι ήταν Έλληνας. Εγώ δεν έδωσα συνέχεια είχα το νου μου στο παίξιμο. Τελειώσαμε, πήγαμε για να παίξουμε και σε άλλον ραδιοφωνικό σταθμό. Καθώς πηγαίναμε με την κούρσα άκουγα στο ραδιόφωνο ότι το τάδε συγκρότημα, Πανουσάκος και η κομπανία τους. Άντε λέω θα ακουγόμαστε και εδώ στην Αμερική. Το παιδί που έφτιαχνε τον ήχο με πλησίασε σε κάποια στιγμή και μου συστήνεται. Από το Φιλιάτη, από τη Σκοπίτσα. Μόλις άκουσα το όνομα του χωριού τον ρωτώ «Μήπως γνωρίζεις τον τάδε» και μου απαντά «Πατέρας μου είναι» Ήμασταν φαντάροι μαζί και τον πάντρεψα το 1954 στο Φιλιάτη. Λέει «κάτσε να πάρω τηλέφωνο τον πατέρα μου, στο χωριό, πατέρα είμαι μαζί με αυτόν που σε πάντρεψε.» Ο πατέρας του έμεινε, «Είναι ο Μιχάλης αυτού από τη Βούρμπιανη; » . Μικρός που ΄ναι ο Κόσμος.. Τελικά παίξαμε σε τρεις σταθμούς. Από 10 τραγούδια σε κάθε σταθμό. Όλοι τους μετά συγχαρητήρια έδωσαν στους σταθμούς αυτούς για την πρωτοβουλία τους αυτή.

Πως ήταν οι αντιδράσεις των συμπατριωτών μας εκεί. Τι σου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ;

Να σου πω. Ήταν Κύριοι. Είχαμε κάνει συμφωνία ότι στο χορό του Συλλόγου, που θα παίζαμε το βράδυ, ό,τι χρήματα «πέσουν» στην ορχήστρα θα είναι υπέρ του Συλλόγου. Την άλλη μέρα που θα περπατάγαμε με το Σύλλογο στα σπίτια, ό,τι «έπεφτε» θα ήταν για την ορχήστρα μας. Εμείς ήμασταν ευχαριστημένοι για τη δική τους χειρονομία. Έτσι λοιπόν στο γλέντι ρίχνανε πολλά δολάρια στα πόδια μας, πάνω μας. Άρχισαν να χορεύουν εκεί και να πηγαίνουν οι δεσμίδες φέρτε, στοίβες 30 πόντων τα δολάρια εκεί. Τα γκαρσόνια τα μάζευαν με τη σκούπα. Είχαν κάτι σα στάμνες μεγάλες και τα ρίχνανε μέσα. Πολύς κόσμος έριχνε δεσμίδες για μας, ο Σύλλογος όμως είχε καλό κουμάντο και έλεγχο στο χώρο. Εμείς δεν αγγίξαμε τίποτε. Όταν τελείωσε το γλέντι έρχεται αυτός που έκανε κουμάντο, ο Ταμίας και μας λέει «Αυτό το ποσό για σας, γιατί σας τα αξίζουν. Ήσαστε οι πιο τίμιοι που έχουμε γνωρίσει εδώ. Κανένας άλλος τη δική σας τιμιότητα». Οι εντυπώσεις και οι κουβέντες των ανθρώπων του Συλλόγου ήταν οι καλύτερες για μας. Στη συνέχεια πήγαμε σε 7-8 εστιατόρια, λαβύρινθος…. Κερδίσαμε πολλά στην Αμερική. Πρόπερσι μας ξαναπήραν, όμως είχανε αλλάξει οι άνθρωποι που κάνανε κουμάντο και η συνεννόηση δεν έγινε, άσε που και το δολάριο είχε πέσει και έτσι η αμοιβή μας δεν ήταν κάτι το εξαιρετικό. Τα ίδια πάνω κάτω θα βγάζαμε και αν πηγαίναμε σε ένα πανηγύρι στο χωριό σου.

Το πιο καλό πανηγύρι εκτός Ηπείρου ποιο ήταν ;

Στον Τύρναβο. Πήγα πολλές φορές εκεί. Κόσμος πολύς και κέφι και χορό. Εκεί έπαιξα και τη δική μας μουσική. Ε στην αρχή δύσκολα, είναι συνηθισμένοι αλλιώς. Να σου πω κάτι, εδώ στη δική μας περιοχή, 500 κλαρίνα να έρθουν αποκλείεται να πιάσουν τα τραγούδια και τα ακούσματα τα δικά μας. Αυτό γίνεται παντού. Και γω να πάω αλλού δεν θα πιάσω το άκουσμα του ντόπιου.
Όταν είχα έρθει μια φορά στην Αθήνα για να παρουσιάσουμε το προηγούμενο βιβλίο του Αποστόλη Ζώτου, απόρεσαν όσοι ήταν εκεί. Και ήταν περισσότερος κόσμος από τώρα που ήμασταν μαζί με σένα Κώστα μου και με τον Παναγιώτη τον Κυπαρίσση. Τα ωραία μας τα τραγούδια ακούγονται παντού. Η δική μας η μουσική, το παίξιμο με τα όργανα ταιριάζει με την αραβική. Συναντηθήκαμε με κάτι Άραβες μουσικούς και εντυπωσιάστηκαν. Α, και μεις με αυτούς, πολύ ωραίοι. Κάνανε παίξιμο με τα χέρια τους απίθανοι. Ρώτησαν από που είμαι έμαθαν από την Κόνιτσα. Το Νίκο το Φιλιππίδη τον ξέρανε. Τον είχαν ακούσει και τους άρεσε. Πολύ καλός ο Νίκος ο Φιλιππίδης. Καλό κλαρίνο.
Οι Άραβες είχαν κάτι μεγάλα βιβλία μουσικής. Διαβασμένοι και ξέρανε πολλά. Μου είπαν ότι «Εσύ, είσαι πιο μελωδία, είσαι μελωδία καλή. Ταιριάζουμε εμείς. Μπορούμε να έρθουμε στην Κόνιτσα να κάνουμε μια πρόβα μαζί». Τους περιμένω . Αν και νομίζω ότι οι πιο πολλοί έρχονται εδώ σε μας (στην επαρχία μας), παίρνουνε ακούσματα και μετά τα «εκμεταλλεύονται». Μια κοπέλα ήταν εδώ από τον Καναδά, είχε έδρα στο Κεράσοβο και στη συνέχεια όπου γινόταν γάμος ή γλέντι με κάμερα και εξοπλισμό για μαγνητοφώνηση μάθαινε και κατέγραφε με την κάμερα πολλά από τα εθίματα, μαγνητοφωνούσε και τη μουσική και την πήγε στον Καναδά.

Αυτό καλό είναι για σας.

Ναι καλό είναι και για μας και για τη μουσική την ηπειρώτικη. Αλλά νομίζω ότι την εκμεταλλεύονται για δική τους ωφέλεια. Τόσοι και τόσοι έχουν «πάρει» εικόνες και ήχο από μας και από άλλους τι έγινε όλο αυτό το υλικό. Μάλλον αυτοί βγήκαν κερδισμένοι. Σε μας μόνο αυτή η κοπέλα (από τον Καναδά), δεν ξέρω αν ζει κιόλας, μας είχε στείλει στην πενταμελή μας κομπανία από ένα ρολόι, σα δώρο, στον καθένα μας αναγνωρίζοντας τη βοήθειά μας. Γιατί εμείς εδώ έχουμε κόσμο αλλά δεν το … δεν το βάζουν και βαθιά στο μυαλό τους . Να πουν «Για σταμάτα, αυτός ο Μιχάλης ο Πανουσάκος ή ο Κώτσος ο Χαλκιάς που είναι στη Βούρμπιανη πόσα χρόνια ζήσουν ; Γιατί να μην τον έχουμε εκεί σε μια …σε ένα αρχείο;

Όπως ήρθες εσύ τώρα, καλή ώρα, ξέρεις πόσος κόσμος θα το μάθει τώρα όλο αυτό το πράγμα. Θα πει, «Για σταμάτα βρε, αυτοί οι άνθρωποι τόσα χρόνια να έχουν κάνει τόσα». Ξέρεις τι είναι, εγώ τώρα 65 χρόνια κλαρίνο, κατάλαβες 65 χρόνια μια ζωής, ζωής με δυσκολίες και μόχθο και στεναχώριες και όχι μόνο. Ζωή κατάλαβα μετά το 1950. Είχα το ίδιο σακάκι στους γάμους, είχα ένα μπάλωμα εδώ, άλλο μπάλωμα εκεί, άλλο χρώμα το ένα μπάλωμα, άλλο πίσω στη πλάτη. Τι λες τώρα, μεγάλη ταλαιπωρία, όπως για όλους βέβαια. Μια φορά είχαμε πάει σε ένα γάμο βλάχικο, σαρακατσιάνικο, κοντά στην Ηγουμενίτσα. Ξέρεις εκείνοι τα ρούχα τους και τις φορεσιές τους τα δείχνανε σε όλο τον κόσμο. Εμείς με κάτι μπαλωμένα ρούχα. Γάμος μα τι γάμος. Μας τάισαν μας έβαλαν κάπου να κοιμηθούμε με κάτι μαξιλάρες μεγάλες. Εγώ βρήκα μια μπουραζάνα και μια φανέλα, τα έκρυψα σε κάτι σμάρια . Την άλλη μέρα παίξαμε, μας έδωσαν και παράδες και φύγαμε. Κρυφά πήρα τα ρούχα και μόλις φτάσαμε στην Ηγουμενίτσα τα φόρεσαν. Τα άλλα παιδιά δεν ξέρανε τίποτε. Καμάρωνα λέει δε θα πει τίποτε. Φτώχεια.

Μιχάλη το κλαρίνο είναι όργανο καταρχήν χαράς, αλλά είναι και λύπης. Έχεις παίξει για στιγμές λύπης, σε κηδεία ;

Έχω παίξει.

Στο ζήτησαν ;

Ναι μου το ζήτησαν. Ένα χρόνο δεν έχω, το 2007, που έπαιξα στο μακαρίτη το δάσκαλο από την Αμερική αυτόν, τον Κώστα το Μούσιο από την Καστάνιανη. Ήμασταν πολύ φίλοι. Πριν πεθάνει έδωσε εντολή «..να τον πάνε στο χωριό του, αλλά θα πείτε στο Μιχάλη να με βγάλει με το κλαρίνο από το σπίτι». Μου τηλεφώνησε ο Δημήτρης ο γαμπρός του και μου το είπε.

Σου είχε ξανατύχει κάτι παρόμοιο ;

Ναι μου είχε τύχει. Στην Πουρνιά, στη Φούρκα και στο Πληκάτι. Αλλά όχι σε τόσο φίλο μου. Όταν λοιπόν μου το είπε ο Δημήτρης του είπα. «Με τη καρδιά βρε Δημήτρη μου να βαρέσω εγώ για βγάλω από το σπίτι το Κώτσο μου;». Η εντολή όμως του φίλου μου ήταν αυτή, σαν τελευταία επιθυμία ίσως. Τι να κάνω, πήγα, με το κλαρίνο στη θήκη του, στο σπίτι του στο χωριό. Συλλυπήθηκα τα παιδιά και συγγενείς. Εκεί το πήρα απόφαση. Μόλις «βγήκε» από το σπίτι, πήρα το κλαρίνο και έπαιξα για εκείνον μόνος μου. Μόνο το κλαρίνο. Άστα, δύσκολες στιγμές. Τον άνθρωπο ο κόσμος πρέπει να τον κλαίει όταν γεννιέται, όταν πεθαίνει πρέπει να τον γλεντάει. Γιατί θα μου πεις; Όταν γεννιέται δεν ξέρεις τι βάσανα θα τραβήξει, τότε πρέπει να το κλαίνε γιατί θα πάθει πολλά, ενώ όταν πεθαίνει, ξέγνοιασε τότε πάει αυτός γλίτωσε, τότε…γλέντα τον.

Συγκίνησε ;

Δεν χρειάζεται να χάσεις δικό σου άνθρωπο για να συγκινηθείς. Στους γάμους ακόμα όταν βλέπεις το γονιό να κλαίει γιατί το δικό του παιδί αλλάζει ζωή ή όταν φεύγει για τα ξένα και σου παραγγέλνει κάποιο τραγούδι, ε άνθρωπος είσαι συγκινείσαι . Αλλά έτσι είναι η ζωή.

Εδώ θέλω να πω κάτι που το άφησα παραπάνω. Σε όλα αυτά τα χρόνια – εκτός από τους φίλους και τους γνωστούς - με στήριξαν όλοι οι δικοί μου άνθρωποι. Ο πατέρας μου, η μάνα μου, τα αδέρφια μου οι πλησιέστεροι συγγενείς μου και η γυναίκα μου.

Μίλησέ μας για το γάμο σου;

Παντρεύτηκα στις 30 Νοεμβρίου 1957. Η γυναίκα μου είναι από τη Μόλιστα. Στο γάμο μου που έγινε στη Βούρμπιανη, με κουμπάρο τον Κώστα Τέρτση και βλάμη τον Κώστα Γιωργάκη από το Ασημοχώρι, έπαιξε κλαρίνο ο μπάρμπας μου ο Νικόλας Μπέτζας. Το χορό που χόρεψα ήταν ο «Νυφιάτικος». Το βάρεσε ο μπάρμπας μου και χόρεψα.

Μιχάλη, τι άλλο νομίζεις ότι θα ήθελες να μας πεις, ώστε ο κόσμος που δε σε ξέρει καλά να σε μάθει;

Κοίτα να δεις. Δεν είμαι μόνο εγώ που ξέρω πράγματα υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που αν και μεγάλοι σε ηλικία, θυμούνται. Αυτοί θα πουν τα δικά τους. Εγώ σας είπα ότι με ρωτήσατε που να το ξέρω και να το θυμάμαι. Χάρηκα αυτή την κουβέντα που, επαναλαμβάνω είναι μεγάλη τιμή για μένα, η Οξυά με σκέφτηκε και που εσείς τα νέα παιδιά θα τη βάλετε σ΄αυτό πως το λένε το Ιντερνέτ. Θέλω να τα γράψετε εκεί όπως τα είπα για να μάθει ο ξένος κόσμος τι έκανε ένας άνθρωπος που από τα 15 έως και τα 81 του, 65 χρόνια δηλαδή, βαράει το κλαρίνο του και γλεντάει τον κόσμο, διασκεδάζοντας και αυτός το ίδιο καλά. Τι θα μπορούσε να πει στον κόσμο και στα νέα παιδιά που αγαπάνε τη μουσική. Αυτά όμως δεν θα μπορέσουν να μάθουν πολλά όμως. Μεγαλώνουμε και δυστυχώς δεν μπόρεσε κανείς να μας ρωτήσει τι μάθαμε εμείς σε αυτά τα χρόνια. Ευτυχώς που παιδιά σαν και σένα Κώστα μου και τον Βασίλη από τις Χιονιάδες μπόρεσαν και αφιέρωσαν το χρόνο τους και με κάνανε να ανοίξω την καρδιά μου. Σας ευχαριστώ.

Μιχάλη εμείς όλα αυτά θα τα «βάλουμε» στην σελίδα της Οξυάς στο Internet για να τα μάθει ο κόσμος. Αν εσύ δεν έχεις να πεις κάτι άλλο θα θέλαμε φεύγοντας, αφού φωτογραφηθούμε μαζί με σένα και τη τον άνθρωπο που σε στήριξε όλα τα χρόνια τη γυναίκα σου, να σε ευχαριστήσουμε για το χρόνο και για καλοσύνη σου να μας υποδεχτείς στο όμορφο σπιτικό σου.

Παιδιά και εγώ σας ευχαριστώ και πάλι γιατί με κάνατε να ανοίξω την καρδιά μου.
Αλλά δε θα φύγετε έτσι ……

Στο σημείο αυτό ο Μιχάλης γυαλίζει το όργανο...
και με σκοπό κυμπάρικο μας αποχαιρετά ...

Όταν ο Μιχάλης παίζει κάθε σχόλιο περιττεύει. Η μουσική του, ο ήχος και η μελωδία του «Τι να τον κάνω το ντουνιά, τι να τον κάνω όλο τον κόσμο» μάλλον ταιριάζει απόλυτα με τη στιγμή. Η Κόνιτσα σιωπά. Από τα ψηλά της πόλης η μελωδία απλώνεται και πολύ γρήγορα φτάνει στο πατρικό του στη Βούρμπιανη, στη πλατεία στο Ντέτσικο, στο φίλο του Κώστα στην Καστάνιαννη, συνομιλεί με το ντέφι του αδερφού του Ρήτου και καταλήγει στον Προφήτη Ηλία στην Οξυά.

Καλή αντάμωση Μίχο του Αηλιώς 20.7.2008 στην Οξυά.