ΟΜΙΛΕΙΤΕ...Οξυώτικα - Α

 

Α
Α(δ)ρύ (το)    :    τσουχτερό κρύο
Αβγατίζω    :    αυξάνω, μεγαλώνω
Αβέρτα     :    άφθονα, συνεχώς
Άγανο (το)     :    Η βελόνα που έχει το στάχυ
Αγανός    :    αραιά υφασμένος
Αγάντα     :    σιγά-σιγά
Αγγειά    :    οικιακά κουζινικά σκεύη
Αγκουνάρ΄    :    πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του σπιτιού
Αγνάντιο    :    ψηλό μέρος, θέση για υπέροχη θέα
Αδαύτου    :    σε αυτό το σημείο
Αδράχτ' (το)    :    ειδικό ξύλο γύρω από το οποίο τυλίγεται το νήμα, που σχηματίζεται από το γνέσιμο
του μαλλιού που τοποθετείται στη ρόκα
Α-κα (ηχητ.)    :    Όχι.
Αλησμόνσει    :    Ξέχασε
Αλλαξιά     :    Δεύτερη φορεσιά
Αλ'σίβα    :    Βρασμένο σταχτόνερο χρήσιμο στο πλύσιμο των ρούχων
Αλυχτάω    :    γαβγίζω
Αμ' τι     :    Αμ' πως αλλιώς
Αναμέριασε    :    Κάνε στην άκρη για να περάσω
Ανασκύρσ'εις (ρ)    :    Καθάρισες, έψαξες
Αντράλα    :    φασαρία
Αξούρστος    :    αξύριστος
Απακάτ ή Απ' κάτ'     :    από κάτω
Απίδ' (το)    :    αχλάδι
Απιδώθε    :    από εδώ
Απικείθε    :    από εκεί
Απουπέρα    :    απέναντι
Απουρρίχνω    :    Αποβάλλω
Απουσταίνου    :    κουράζομαι
Αραλίκ' (το)    :    Ξεγνοιασιά, ανεμελιά
Αρίδα    :    Τρυπάνι ξύλου,πόδι
Αρταίνουμι    :    Δεν νηστεύω
Αστουχάω    :    ξεχνώ
Αστριτσ'     :    Είδος φιδιού, έξυπνος άνθρωπος
Αφ'νους    :    αυτούς

lexico