ΟΜΙΛΕΙΤΕ...Οξυώτικα - Π-Ρ


Π
Πααίνω (ρ)    :    Πηγαίνω
Παλάντζα (η)    :    Κρεμαστή ζυγαριά
Παπάρα (η)    :    Μπαγιάτικο ψωμί μέσα σε βρασμένο νερό
Παραδώθε (επιρ)    :    Πιο κοντά
Παρέκεια (επιρ)    :    Πιο πέρα
Παστρεμάς (ο)    :    Κρέας που στεγνώνει
Πατσ'κάουρας (ο)    :    Πετούμενο ζωύφιο με δαγκάνες
Πεζούλ' (το)    :    Χαμηλός τοίχος που συγκρατεί χώματα
Περδικλώνομαι (ρ)    :    Μπερδεύω τα πόδια
Πετ'ρα (τα)    :    Χειροποίητα φύλλα για πίτα
Πηγαδούλ' (το)    :    Μικρό πηγάδι
Πίπκα (τα)    :    Μπρούμυτα
Πίστουμα (τα)    :    Μπρούμυτα
Πλατσα(ρ)νάω (ρ)    :    Χτυπώ το νερό με δύναμη
Ποντζ' (το)    :    Το βραστό τσίπουρο
Πουδένω (ρ)    :    Φοράω τα παπούτσια
Πουσ' (το)    :    Το Πηγάδι
Π'ραζ' (ρ)    :    Πειράζει
Πρεκ΄(το)    :    Πέτρινο ή ξύλινο στήριγμα
Π'στρόφια (τα)    :    Η επιστροφή των καλεσμένων την άλλη μέρα του γάμου στο σπίτι της νύφης
Πυροστιά (η)    :    Σιδερένια 3ποδη βάση που τοποθετείται η κατσαρόλα ή το ταψί για ψήσιμο
Ρ
Ρ' μαδ' (το)    :    Το Ερείπιο
Ράμα (το)    :    Σκοινί που χρησιμοποιείται για χάραξη ευθείων γραμμών στο χτήσιμο ή κόψιμο ξύλων
Ραμί (το)    :    Παιγνίδι με τράπουλα
Ρεμπεσκές (ο)    :    Ο απεριποίητος
Ρόκα (η)    :    Διχάλωτο ξύλο για το γνέσιμο μαλλιού
Ρουφτένιου (το)    :    Ψωμί από καλαμποκίσιο αλεύρι
Ρουχώνω (ρ)    :    Ζεστάθηκα

lexico