ΟΜΙΛΕΙΤΕ...Οξυώτικα - Σ


Σ
Σαΐτα (η)    :    Εργαλείο για να περνάνε το νήμα στον αργαλειό, ο γρήγορος
Σαρμανίτσα (η)    :    Η κούνια του μωρού
Σβαρνιάρα (η)    :    Ξύλινο εργαλείο που σέρνουν τα βόδια για να τριφτούν οι σβόλοι χώματος σε οργωμένο ήδη χωράφι
Σεβντάς (ο)    :    Το Μεράκι
Σ'έμπρους (ο)    :    Ο Συνέταιρος σε γεωργική δουλειά που έχει ένα βόδι ή άλογο
Σηκώνω το Φιόρο    :    Παίρνω απ' τον παπά ευχή
Σιαδ' (το)    :    Το ίσιωμα
Σιαζω (ρ)    :    Τακτοποιώ
Σιακατ΄ (επιρ)    :    Ίσια κάτω
Σιακείθε (επιρ)    :    Προς τα εκεί
Σιαμπράκαλα (τα)    :    Τα παλιά αντικείμενα
Σιαπέρα (επιρ)    :    Προς τα πέρα
Σιγκούν' (το)    :    Μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι
Σιούμπασ΄ς    :    Ο ελαφρόμυαλος
Σιούμπασ'ης (ο)    :    Ο ελαφρόμυαλος
Σ(ι)ουρνάρα (η)    :    Ξύλο που ήταν όλο τρύπιο εσωτερικά (σωλήνα) για να περνάει το νερό. Συνεχής ροή μικρής ποσότητας νερού. (συν.Φύλλο που τοποθετείται στην πηγή για διευκόλυνση ροής νερού).
Σιούτα (η)    :    Κατσίκα χωρίς κέρατα
Σκαμνιά (η)    :    Μουριά
Σκαφίδα (η)    :    Μεγάλη ξύλινη λεκάνη
Σκλαβάκια     :    Είδος παιγνιδιού
Σκλέντζα     :    Μικρό ξύλο
Σκ'λι (το)    :    Το σκυλί
Σκλιντζιάρια     :    Παιγνίδι με ξύλα.
Σ'κουτί (το)    :    Το ρούχο
Σ'μα (επιρ)    :    Κοντά
Σταλίζω (ρ)    :    Κάθομαι στη σκια
Στανιό (επιρ)    :    Με το ζόρι
Στατέρ' (το)    :    Κρεμαστή ζυγαριά με άξονα και βαρίδι
Στέρφα (επιθ)    :    Θηλυκά ζώα που δε θα γεννήσουν
Στημόνι (το)    :    Μέρος του αργαλειού για τη διασταύρωση νημάτων
Στ'λιάρ (το)    :    Ξύλινο εργαλείο, ο αμόρφωτος
Στουρνάρ' (το)    :    Σκληρή κοκκινωπή πέτρα που αν χτυπηθεί βγάζει σπίθες
Στρέκουλας (ο)    :    Πετούμενο ζωύφιο με ουρά
Σφάλαγκας (ο)    :    Αράχνη
Σφουντζ'ρνάω (ρ)    :    Πετώ κάτι με δύναμη
Σ'χαρίκια (τα)    :    Φιλοδώρημα σε όποιον αναγγέλλει πρώτος ένα χαρμόσυνο γεγονός

lexico