ΟΜΙΛΕΙΤΕ...Οξυώτικα - Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω


Υ
Υνί (το)    :    Σιδερένια μυτερή άκρη στο αλέτρι
Υφάδ' (το)    :    Νήμα
Ύψωμα (το)    :    Πρόσφορο που ευλογείται από τον παπά τη μέρα της γιορτής κάποιου, λόφος
Φ
Φ' κέντρα (η)    :    Η βουκέντρα του ζευγά
Φαρσί (επιρ)    :    ασταμάτητα
Φασκιά (η)    :    Πλατιά υφασμάτινη λωρίδα που τύλιγαν τα μωρά
Φασκιώνω (ρ)    :    Τυλίγω με φασκιές το μωρό
Φελί (το)    :    Κομμάτι πίτας
Φιόρος (ο)    :    Μυρωδικό που δίνεται από τον παπά σε αυτόν που γιορτάζει
Φίσκα (επιρ)    :    Γεμάτο, τίγκα
Φλοέρας (ο)    :    Ο άμυαλος
Φορτωτήρα (η)    :    Ξύλο με διχάλα στην άκρη που χρησιμεύει για υποστύλωμα του σαμαριού στο φόρτωμα
Φούρκα (η)    :    Πάσσαλος με διχάλα
Φούσκος (ο)    :    Το χαστούκι
Φ'σέκ΄(το)    :    Το φυσίγγιο, ο μεθυσμένος
Φώλ' (το)    :    Το αυγό που υπάρχει πάντα στη φωλιά που γεννά η κότα, το κοινό ταμείο παρέας
Χ
Χάζ' (το)    :    Το γούστο
Χαλ'εύω (ρ)    :    Ζητάω
Χαμπέρ' (το)    :    Το νέο, η είδηση
Χειμαδιό (το)    :    Τόπος για ξεχειμώνιασμα κοπαδιού
Χλιαρ' (το)    :    Το ξύλινο κουτάλι
Χουγιαχτό (το)    :    η κραυγή για εκφοβισμό άγριων ζώων
Χούι (το)    :    Συνήθεια
Χρουσουζλιά    :    γρουσουζιά
Χρυσή (η)    :    Η ασθένεια ίκτερος
Χτικιό (η)    :    Η φυματίωση, η δύσκολη δουλειά, ο κακός άνθρωπος
Χτυπάρα (η)    :    Είδος παιγνιδιού
Ψ
Ψαχουλ'εύω (ρ)    :    Ψάχνω με επιμονή
Ψόφησ' το βόδι πάει ο σέμπρους    :    Χάλασε το συνεταιριλίκι
Ψωμολ΄σα (η)    :    Η μεγάλη πείνα
Ψωμομένος (επιθ)    :    Ο ευτραφής, ο ώριμος


lexico