ΟΜΙΛΕΙΤΕ...Οξυώτικα - Β


Β
Βααίνω (ρ)     :    Γέρνω από μια πλευρά απ΄το βάρος
Βάβω    :    Η γιαγιά
Βαϊζω (ρ)    :    Γέρνω από μια πλευρά απ΄το βάρος
Βαρκό (το)    :    Χωράφι που νεροκρατεί
Βασκάνω    :    ματιάζω
Βατσινιά     :    Βατομουριά
Βελάν΄    :    Βελανίδι
Βίγλα    :    Παρατηρητήριο
Βιρβιρίτσα    :    Ο σκιούρος
Βιτούλι    :    Κατσίκι ενός έτους
Βίτσα (η)    :    Λεπτή βέργα
Β'κέντρα    :    Αιχμηρό ραβδί για κέντρισμα βοδιών στο όργωμα
Β'νο    :    Βουνό
Βούλ'τα (τα)    :    Ακαθαρσίες αγελάδων
Βρονταλίδα (η)    :    Σαύρα με μαύρο κίτρινες βούλες

lexico