Τσίπουρα

 

 Στην Οξυά οι ποικιλίες των σταφυλιών ήταν Άσπρα, ντοβραινά, μοσχάτα και γλυκοπίστρια.

 Τα αμπέλια κλαδεύονταν το Μάρτη. Το καλοκαίρι καθαρίζονταν και κορφολογούνταν
(κόψιμο κορυφές από τις βέργες των κλημάτων).


 Ραντίζονταν, 2-3 φορές τους καλοκαιρινούς μήνες, με γυαλόπετρα (γαλαζόπετρα) ρίχνοντας μαζί
και ανάλογη ποσότητα ασβέστης,
άσβεστη (σκόνη ).


 Όταν ωριμάζανε τα σταφύλια τα τρυγάγανε ( δεύτερο 15νθημερο Σεπτέμβρη) ανάλογα με τον καιρό.


Στη συνέχεια τα πατάγανε (τσουμ’σες τα σταφύλια) στο πατητήρι και τα ρίχνανε όλα μαζί – τσάμπουρα κλπ - στα βαρέλια ή στον κάδιο (πολύ μεγάλο βαρέλι με άνοιγμα) για να βράζουν. Τα βαρέλια και ο κάδιος είχαν κάνουλα.

Για τις πρώτες 10 μέρες το βαρέλια δε σφραγίζονταν και γινόταν η βράση. Όταν τελείωνε η βράση τα βαρέλια σφραγίζονταν και έμεναν έτσι (σφραγισμένα) για 40 περ. μέρες.

Μετά, τραβάγανε από την κάνουλα το κρασί ρίχνοντας το σε άλλα βαρέλια, τα οποία μετά από 2 μέρες σφραγίζονταν. Εκεί το κρασί κάθονταν περ. 25 μέρες και στη συνέχεια ακολουθούσε μετάγγιση του (σύρσιμο κρασιού) σε άλλο βαρέλι. Μόλις ξεκουραζόταν (απαραίτητη διαδικασία) το κρασί ήταν έτοιμο για πιόμα.

Μετά το τράβηγμα του κρασιού ακολουθούσε η παραγωγή (απόσταξη) του τσίπουρου. βράζανε τα τσαμπιά για να γίνει η απόσταξη.

Σε χώρο που προστατεύονταν από καιρικές συνθήκες – Νοέμβρης μήνας εξάλλου - ανάβανε φωτιά και βάζανε πάνω το καζάνι (αποστακτήρα). Ρίχνανε μέσα του τα τσαμπιά (τσίπουρα). Αυτά βράζοντας απελευθέρωναν τον ατμό, ο οποίος μέσω ενός σωλήνα που περνούσε (ο σωλήνας) μέσα από βαρέλι με κρύο νερό, υγροποιούνταν. Ο σωλήνας κατέληγε σε μεγάλη κατσαρόλα (λιγέν΄) στην οποία έπεφτε σταγόνα-σταγόνα το τσίπουρο.

Οι πρώτες σταγόνες του ήταν πολύ δυνατές. Όμως, καθώς η κατσαρόλα γέμιζε οι βαθμοί ισορροπούσαν, «ο ουρανίσκος έπιανε δουλειά» το γραδάρανε, ρυθμίζοντας τους βαθμούς που επιθυμούσαν να είναι η παραγωγή του.

Συνήθως ήταν 17-18 οι βαθμοί που σταθεροποιούνταν –χωρίς να αποκλείονται και οι μερακλήδες.

Τα τσίπουρα είναι γιορτή γιατί υπάρχει διάθεση κεφιού, μεζές από καθέναν που «βγάζει τα τσίπουρα» μιας και το καζάνι δε σβήνει έως ότου όλο το χωριό τελειώσει την σειρά του.