Μαστοροχώρια


Εδώ η πέτρα είναι παιδί μας…


Μέσα σε αυτή την φράση, που ο ανώνυμος Μάστορας μοιράστηκε στη διάρκεια δεκατιανού με τους συντρόφους του στο «Μπουλούκι» στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κρύβεται όλο το μεγαλείο των ανθρώπων που, έστω και σε πολύ δύσκολα χρόνια, συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του τοπικού πολιτισμού, με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Με κύριες ασχολίες – για την αυτάρκεια του σπιτικού τους - την τοπική γεωργία και την κτηνοτροφία και με το «σαράκι» της δημιουργίας. οι άνθρωποι αυτοί έδωσαν, στον τόπο τους αλλά και σε άλλα μέρη σε Ελλάδα και στα ξένα, εξαιρετικά δείγματα της ιδιαίτερης τεχνικής τους. Τα δείγματα αυτά χρονολογούνται στα μέσα του 16ου αιώνα, αιώνας που χαρακτηρίζεται από συνεχείς πληθυσμιακές ανακατατάξεις. Με κύριο μέσο έκφρασης το χέρι τους και το μυαλό τους εξελίχθηκαν σε φημισμένους «Μάστορες» της πέτρας, του ξύλου δημιουργώντας μοναδικά έργα είτε σε κατασκευές σπιτιών, γεφυριών είτε σε αγιογραφίες ή ξυλόγλυπτα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα «Μπουλούκια» από τους Πληκάδες (Πληκάτι), τους Σιονιάδες (Χιονιάδες με φημισμένους αγιογράφους), το Λισκάτσι (Ασημοχώρι), το Τούρνοβο (Γοργοπόταμος), τη Σέλτση (Οξυά), τη Φυτόκο (Θεοτόκος), τη Βούρμπιανη, την Πυρσόγιαννη, την Καστάνιανη (Καστανέα), τη Μπλίσγιανη (Λαγκάδα), το Λούψκο/Λυκόραχη (Κεφαλοχώρι), τη Ζέρμα (Πλαγιά) και το Κάντσικο (Δροσοπηγή) μεταφέρουν την τέχνη, το ήθος και το σεβασμό στο απέριττο, σε όλο τον Κόσμο, από την Αιθιοπία, το Κογκό, το Χαρτούμ (Σουδάν), την Περσία και την Αίγυπτο, μέχρι το Βλαδιβοστόκ (Ρωσία), και από τα βάθη της Τουρκίας, τη Σμύρνη και τη Προύσα μέχρι τη Γαλλία και την Αμερική.

Και όχι μόνο από αυτά αλλά και από τη Στράτσιανη (Πύργος), τη Φούρκα, το Κεράσοβο (Αγία Παρασκευή), τη Μεσαριά (Μόλιστα), το Γαναδιό, την Κορτίνιτσα (Νικάνορας), το Μποτσιφάρι (Μοναστήρι), τη Βράνιστα (Τράπεζα), τον Ίσβορο (Αμάραντος), την Σταρίτσανη (Πουρνιά), την Πλάβαλη (Αγία Βαρβάρα), το Μπλιθούκι (Πυξαριά), το Πεκλάρι (Πηγή), το Γκριζμπάν (Ελεύθερο).



Όλοι τους οργανωμένοι σε «Μπουλούκια» με ιδιαίτερη προσήλωση στην ιεραρχία και σε άγραφους (μεταξύ τους) κανόνες κάνουν το μεράκι τους αλλά και την ανάγκη τους για δουλειά, διαβατήριο για άλλους τόπους μεταλαμπαδεύοντας την τέχνη τους σε ξένους τόπους δίνοντας άριστα έργα τέχνης και ζωή σε σχολεία και εκκλησίες, σε γεφύρια και μύλους, σε αρχοντικά και σεράγια, σε λουτρά και τζαμιά, σε καλντερίμια και μνημεία. Όλα τα δημιουργήματά τους τρεις αιώνες τώρα στέκουν αγέρωχα προσθέτοντας αισθητική αξία, καλλιτεχνική αρετή και αρχιτεκτονική ανάπλαση στις τοπικές κοινωνίες.

Με την αξία τους, η ανώνυμη λαϊκή μούσα τους έκανε «κτήμα στο μουσικό της κόρφο».

Η Μαστοριά τους όμως δεν απεικονίζονταν μόνο στα δημιουργήματά τους εκεί στα ξένα, αλλά με το μοναδικό τους ήθος καθώς και την πίστη στην ιεροτελεστία της δημιουργίας μετέφεραν πίσω στον τόπο τους ότι θετικό τους επηρέασε στη διάρκεια της δράσης του στα ξένα.


Δήμος Μαστοροχωρίων

Τα Μαστοροχώρια ανήκουν στο Νομό Ιωαννίνων χτισμένα δε στις πλαγιές του Γράμου, αριστερά και δεξιά του Σαραντάπορου αγγίζοντας τις κορυφές του αποτελούν το τελευταίο διοικητικό σύνορο μεταξύ Ηπείρου και Β.Δ. Μακεδονίας καθώς και με την Αλβανία.

Το 1997 και με την εφαρμογή του σχεδίου «Καποδίστριας», ιδρύθηκε ο Δήμος Μαστοροχωρίων, ο οποίος αποτελείται από 12 χωριά, με συνολική έκταση 271.160 στρεμμάτων και 2.072 κατοίκους (απογραφή 2001). Έδρα του Δήμου είναι η Πυρσόγιαννη.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε www.mastorohoria.gr

Περιοχή – Γράμος


Που είναι


Η Οξυά, γεωγραφικά βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του Ν. Ιωαννίνων. Απέχει 100 περ. χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και 40 περ. χιλιόμετρα από την Κόνιτσα. Αναπτυγμένη σε υψόμετρο 1.050 μέτρων του Γράμου, στην πλαγιά που αρχίζει από τον «Κρέτσο» δίπλα στο Σαραντάπορο και φτάνει μέχρι το ύψωμα «Αμάραντο» η Οξυά προσκαλεί τον επισκέπτη της να ξαποστάσει στην πλατεία του χωριού κάτω από τα δύο της αιωνόβια πλατάνια, ολοζώντανη και φωτεινή όλες τις εποχές του χρόνου.

Συνορεύει Β.Α. με τα χωριά Αετομιλίτσα (Ντέντσκο) και Λυκόραχη (Λούπσκο) και Ν.Δ. με τα χωριά Πυρσόγιαννη και Β.Δ. με τα χωριά Γοργοπόταμο (Τούρνοβο) και Πληκάτι (Πληκάδες).

Απελευθερώθηκε, όπως και η υπόλοιπη Ήπειρος το 1913.

Οι κάτοικοί της έντονα πολιτικοποιημένοι και με βαθιά πίστη στα ιδανικά της δημοκρατίας για ελευθερία, μόρφωση και δουλειά περηφανεύονται ότι είναι από τους πρωτοπόρους στη δημιουργία το 1938 κοινού «τύπου Συνεταιρισμού» για την αποθήκευση και διάθεση προς τους κατοίκους της σε τιμή κόστους, σιταριού για την αποφυγή λοιμού που χτύπαγε, στα χρόνια της Κατοχής, την πόρτα της Ελλάδας. Με οδηγό των Σύνδεσμο Αδελφότητας η ιδέα και κατόπιν η υλοποίηση της δημιουργίας του Συνεταιρισμού πήρε σάρκα και οστά, αφού προηγουμένως καλλιεργήθηκε το «Χέρσο» έως τότε Βουνό στη Θέση «Λιβάδια».

Η Οξυά με τη γλώσσα… των αριθμών
Έκταση    :    48.000 περ. στρέμματα
Πληθυσμός    :    81 κάτοικοι (απογραφή 2001)
Υψόμετρο    :    1.060 μ.(στην πλατεία του χωριού)
Συντεταγμένες    :    40o 21' 00'' Βόρειο
21o 07' 00'' Ανατολικό
Δήμος που ανήκει    :    Μαστοροχωρίων
Κοινότητες – και με τα παλιά τους ονόματα - που απαρτίζουν το Δήμο    :    Οξυά (Σέλτση), Δροσοπηγή (Κάντσικο), Πλαγιά (Ζέρμα), Κεφαλοχώρι (Λυκόραχη/Λούπσκο), Λαγκάδα (Μπλίσγιαννη). Καστανέα (Καστάνιανη) Πυρσόγιαννη, Βούρμπιανη, Ασημοχώρι (Λισκατς), Γοργοπόταμο (Τούρνοβο), Χιονιάδες, Πληκάτι (Πληκάδες). Επίσης στην Οξυά ανήκει και ο οικισμός της Θεοτόκου (Φυτόκος).


          

Ήπειρος

Η ονομασία Ήπειρος προέρχεται από τη φράση "Άπειρος Γαία", αφού ουσιαστικά μέχρι το 1913 χρονιά που απελευθερώθηκε, το όνομα υποδείκνυε την ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, η οποία εκτείνεται μέχρι το σημείο όπου σήμερα καταλαμβάνει η Αλβανία.

Θεωρείται ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της Β.Δ και Ν.Α Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου.

Η έκταση της καλύπτει μια περιοχή 9.223 Km2 και περιλαμβάνει τους νομούς Άρτας, Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων και Πρέβεζας. Το 70% της συνολικής της έκτασης καλύπτουν ορεινοί όγκοι και ο πληθυσμός της, σύμφωνα με την απογραφή του 2001, ανέρχεται σε 353.820 κατοίκους, η δε πυκνότητα του πληθυσμού της είναι 38 κάτοικοι / km2, με το 1/3 του συνολικού του πληθυσμού να ζει στα μεγάλα αστικά της κέντρα.

Η επεξεργασία ξύλου, η εξόρυξη μη μεταλλικών ορυκτών με χαρακτηριστικότερο προϊόν το μάρμαρο, τα γαλακτοκομικά προϊόντα, η παραγωγή προϊόντων κρέατος, η παραδοσιακή χειροτεχνία, η παραγωγή άλλων ειδών τροφίμων και πτηνοτροφία είναι οι πλέον χαρακτηριστικοί πρωτογενείς τομείς της δραστηριότητας των κατοίκων της. Πολύ πρόσφατα, σε σχέση με την εν γένει ανάπτυξή της, τομείς όπως η τουριστική βιομηχανία – με την ύπαρξη και των πολλών ιστορικών μνημείων σε όλες τις περιόδους παρουσίας της είτε στους αρχαίους ή στους ρωμαϊκούς, ή στους βυζαντινούς ή και μεταβυζαντινούς χρόνους - η εκμετάλλευση των πλούσιων υδάτινων πόρων της, κάνουν σταθερά βήματα προόδου.

Από τη μια η παράδοση της, η πλούσια πολιτιστικής κληρονομιά και από την άλλη η ίδια η φυσική της θέση με την πλούσια βλάστησή της (το 70% ορεινά τοπία) αποτελούν τα εχέγγυα για υγιή και αειφόρο τουριστική ανάπτυξη. Σκοπός δικός μας παραμένει να διατηρήσουμε, στην Οξυά και στην ευρύτερη περιοχή, το χαρακτήρα ποιότητας που μας ταιριάζει ώστε να αποφύγουμε «τερατουργήματα» κάθε μορφής με γνώμονα μόνο την αισθητική και το ήθος που κληρονομήσαμε από όσους νοιάστηκαν αυτά τα χώματα.


Ο Γράμος (συντεταγμένες 40°21'00"N 20°47'00"E)
Γράμος     :    Βουνό με υψόμετρο 2.520 μ – υψηλότερη κορυφή του η «Τσούκα Πέτρα» ή «Τσουλά Πετσίκ» ή «2.520» όπως είναι πιο γνωστή λόγω του υψομέτρου της. Είναι το 4ο σε υψόμετρο βουνό της Ελλάδος.
Γράμος     :    Το βουνό με όνομα βαρύ, με φανερά ακόμα τα σημάδια της πρόσφατης Ιστορίας του. Μια Ιστορία που η καταγραφή της απαιτεί ακόμα πολύ μελάνι για να δοθούν όλες της οι διαστάσεις
Γράμος     :    Γράφεται με ένα «μ» μιας και η ονομασία του προέρχεται από το κύριο αλβανικό όνομα Γάμος (και όχι από τη λέξη «γράμμα»).
          
Με τον ιδιαίτερο σε ομορφιά φυσικό του όγκο ο Γράμος είναι η άκρη της οροσειράς της Πίνδου στα σύνορα της Ελλάδας με την Αλβανία.
Είναι επίσης το φυσικό σύνορο της Ηπείρου με την Μακεδονία. Είναι το τέταρτο σε υψόμετρο βουνό της Ελλάδας και από τις κορυφές του δίνει ήχο και ζωή στα δυο υπέροχα ποτάμια το Σαραντάπορο και τον Αλιάκμονα.
Ο Σαραντάπορος που μαζεύει νερά από τη κοιλάδα ανάμεσα Αρένες και Βόιο και φεύγει δυτικά παίρνοντας όλα τα νερά του νότιου Γράμου και του βόρειου Σμόλικα για να τα «ρίξει» στη συνέχεια στον Αώο.
Ο Αλιάκμονας που μαζεύει νερά από τη λεκάνη της Γράμουστας και φεύγει Ανατολικά.
Ο Γράμος έχει εκτεταμένα φυσικά ώριμα δάση, μικτά δάση τα οποία έμειναν ανεπηρέαστα από τον ανθρώπινο παράγοντα, εξαιτίας του φόβου των ναρκών. Οι βραχώδεις ορθοπλαγιές του, οι πολλές πηγές μικρών ποταμών και χειμάρρων καθώς και οι υποαλπικές λίμνες, – που μια από αυτές η Γκίστοβα, σε υψόμετρο 2.350 μ. στέκει στο πουθενά καλώντας τον επισκέπτη να γευτεί το τοπίο - είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του βουνού που μισό αιώνα πριν έζησε στις ράχες του τις μεγαλύτερες μάχες που έγιναν στην Ελλάδα για να αλλάξει ετούτος εδώ ο τόπος Ιστορία.

Οι πολλοί επιφανειακοί υδάτινοι πόροι που αναβλύζουν στις πλαγιές του καθώς και η παρουσία του χαρακτηριστικού πετρώματος του «Σερπεντίνη» δημιουργούν έξαρση στην ανάπτυξη πολλών και σπάνιων ειδών χλωρίδας. Η περιορισμένη ανθρώπινη δραστηριότητα στα περισσότερα σημεία του ορεινού του όγκου η προβλέψιμη ανάπτυξη των ποταμών στην ευρύτερη του περιοχή, οι ιδιαίτεροι γεωλογικοί σχηματισμοί που παρουσιάζονται σε όλες του τις πλαγιές, καθιστούν το Γράμο ιδανικό βιότοπο για την ανάπτυξη σπάνιων και ιδιόμορφων ειδών πανίδας όπως η βασίλισσα του Γράμου η αρκούδα, ο λύκος , ο χρυσαετός, ο ασπροπάρης, η αγριόγιδα, ο αλπικός Τρίτωνας κ.λ.π. Η ομογενοποιημένη πλούσια ανάπτυξη σε χλωρίδα και πανίδα καθώς και τα ιδιαίτερά του γεωλογικά χαρακτηριστικά ήταν η αφορμή για την αναγνώριση της οικολογικής του αξίας αλλά κυρίως για την ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης καθώς και αειφορικής διαχείρισής του. Περιβαλλοντικές οργανώσεις την τελευταία δεκαετία ανέδειξαν την άλλη αποστασιοποιημένη από τις οδυνηρές ιστορικές μνήμες, πλευρά του Γράμου, αυτή του φυσικού του πλούτου της σπάνιας πανίδας αλλά και των σπάνιων και απειλούμενων ενδημικών ειδών χλωρίδας που διαθέτει. Με επιστημονικές τους έρευνες (Ορνιθολογική Εταρεία – Αρκτούρος – Birdlife International) επισημαίνουν έντονα ότι σε αυτό τον ορεινό όγκο αναπτύσσεται ένα από τα πλέον σημαντικά οικοσυστήματα της Ελλάδας.

Ενδεικτικά, έρευνα της Ορνιθολογικής Εταιρείας κατέγραψε ότι στις πλαγιές του, ανάμεσα σε άλλα είδη, φιλοξενεί το αγριόγιδο, το ευρωπαϊκό είδος αντιλόπης, που απειλείται σοβαρά, ενώ αποτελεί καταφύγιο για αρπακτικά πουλιά όπως ο χρυσαετός, ο πετρίτης, ο δρυοκολάπτης, τρία ήδη αμφιβίων, την αμμόσαυρα και την αλπική οχιά. Άλλη μελέτη της οργάνωσης «Αρκτούρος», καταγράφει ότι το βουνό θεωρείται ένας από τους ζωτικούς χώρους για επιβίωση της καφέ αρκούδας στα Βαλκάνια. Υπολογίζεται ότι στο Γράμο υπάρχουν περίπου 20 έως 45 αρκούδες, (κυρίως στην κοιλάδα του Βοΐου). Η περιοχή αναγνωρίστηκε από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αρκούδα ως μία από τις σημαντικότερες περιοχές για το είδος. Επίσης, αποτελεί τη μοναδική ζώνη διασύνδεσης της εξάπλωσης του είδους στην Πίνδο και τα Βαλκάνια.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά οδήγησαν την ένταξη της ευρύτερης περιοχής στα δίκτυα :
1. Σημαντικών Περιοχών και
2. Natura 2000


Σχετική ενημέρωση
www.ornithologiki.gr
www.arktouros.gr
www.mastorohoria.gr
www.gnto.gr
www.hpeiros.gr

Ιστορία


Η πρώτη ονομασία του χωριού, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είναι Σέλτση και η θέση του δεν ήταν η σημερινή. Σύμφωνα με πληροφορίες της γερόντισσας Πολυξένης Λάζου και των γερόντων Θανάση Πορφύρη, Τάσου Ζούκη, Κώστα Τσίμα και Σωκράτη Πορφύρη –δεν ζουν πλέον – η Σέλτση ήταν Κεφαλοχώρι δέκα χιλιόμετρα περίπου ανατολικά από τη σημερινή της θέση στην περιοχή του ποταμού Πιστίλιαπη (παραπόταμος του Σαραντάπορου) και ειδικότερα στην τοποθεσία «Παλιοκούλα».

Σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες, η Σέλτση χτίστηκε στα τέλη του 12ου αιώνα, αλλά γνώρισε οικιστική ανάπτυξη στις αρχές του 17ου, στα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Σε ότι αφορά στην ονομασία του χωριού παραθέτουμε δυο εκδοχές που η κάθε μια, ξεχωριστά, έχει τη δική της ερμηνεία και βαρύτητα.

Η πρώτη αναφέρει ότι η ονομασία προέρχεται από το όνομα του γιού του Τούρκου Πασά – που ηγεμόνευε την ευρύτερη περιοχή - Αμήν Σέλτση Μπέη.

Ο Αμήν Σέλτση Μπέης στα βαθιά του γεράματα μοίρασε, στα δύο παιδιά στον Σέλτση Μπέη και στον Βελή Αμήν, την περιουσία του. Ο Σέλτσης Μπέης “κληρονόμησε” τη ευρύτερη περιοχή που είναι το χωριό σήμερα ενώ ο άλλος γιος Βελη Αμήν “κληρονόμησε” την περιοχή γύρω από την Πιστίλιαπη. Έτσι το χωριό πήρε το όνομα Σέλτση.

Το 1630-1632 περίπου πέθανε ο Βέλης Αμήν και φυσικό ήταν την περιουσία του να την πάρει ο αδελφός του Σέλτσης Αμήν.

Ακόμη μία πληροφορία μας λέει ότι ο Σέλτσης Αμήν ήτανε άκληρος, και μετά τον θάνατο του έγινε μάχη ανάμεσα σε μπέηδες και πασάδες για την περιοχή που ανήκε στον Σέλτση Αμήν.

Η δεύτερη αναφέρει ότι η ονομασία Σέλτση είναι σλάβικης προέλευσης και σημαίνει «Μικρό Χωριό» ή «Αγρόκτημα». Η δεύτερη αυτή εκδοχή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και οι ονομασίες των κοντινών χωριών (Λισκάτς΄, Λουπσκο, Μπλίζγιαν), καθώς και αρκετές λέξεις και ιδιωματισμοί έχουν σλάβικες ρίζες.



Η Σέλτση του τότε…

Ο Γράμος με την απείρου κάλλους φυσική ομορφιά του με την πλούσια ποικιλία φυλλοβόλων δένδρων και άγριων ζώων, άνοιξε την αγκαλιά του, στα 1.050 μέτρα υψόμετρο, για να φιλοξενήσει το χωριό. Η σημερινή θέση της Οξυάς (Σέλτση) προέκυψε λόγω σφοδρών επιθέσεων που δεχόταν στην προηγούμενη θέση, μιας και βρίσκονται σε ιδιαίτερα προσιτό, για ληστρικές επιθέσεις, σημείο (κοντά σε μονοπάτι, ρούγα καραβανιών). Έτσι και προκειμένου να διασώσουν τις περιουσίες τους και τους εαυτούς τους οι τότε κάτοικοι της επέλεξαν τον τόπο που βρίσκεται σήμερα. Η επιλογή του τόπου έγινε, κατά πληροφορίες, με δύο πολύ σημαντικά «κριτήρια». Το πρώτο είναι η θέα της, το υψόμετρο της και κατά συνέπεια η δύσκολη προσέγγιση διαφόρων μη φιλικών διαθέσεων ομάδων και το δεύτερο φαίνεται ότι ήταν η ύπαρξη νερού λόγω πληθώρας πηγών στον απρόσιτο (τότε) ορεινό όγκο.

Η ψυχή της ήταν πάντα ελεύθερη, η θέση της αλλά κυρίως το αγωνιστικό πνεύμα των κατοίκων της ήταν εμπόδιο για τον κάθε κατακτητή να την υποδουλώσει. Για την Ιστορία το 1913 η Ήπειρος ελευθερώθηκε.

Το 1924 η Σέλτση μετονομάστηκε σε Οξυά. Το σημερινό της όνομα δηλώνεται ότι δόθηκε από τον Ευστράτιο Κοσκινά, δάσκαλο του χωριού με καταγωγή από τη Στράτσιανη (Πύργος).

Έως την Οξυά του σήμερα…

Έως και το 1997 ήταν αυτοτελής κοινότητα. Κύρια ασχολία των κατοίκων της ήταν η γεωργία και κτηνοτροφία – για οικιακή κατανάλωση κυρίως. Από τις αρχές της δεκαετίας 1970 ο μαρασμός χτύπησε και την πόρτα της με αποτέλεσμα η εσωτερική μετανάστευση οδήγησε τους κατοίκους της προς τα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως Αθήνα, Γιάννενα και Θεσσαλονίκη. Οι σημερινοί μόνιμοι κάτοικοί της μετριούνται στους 15 περίπου. Όμως ο αγέρας αισιοδοξίας λησμονιάς και νοσταλγίας δίνουν πνοή στο χωριό πολλές φορές το χρόνο και με αφορμές τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες, το Πάσχα, τ’ Αϊλιώς, το 15Αύγουστο, καθώς και στα Τσίπουρα κ.α.. Φωνές και χαμόγελα πλημμυρίζουν την κεντρική πλατεία του χωριού τα στενά σοκάκια της, το καφενείο, την Αίθουσα της Έκθεσης, «το Μπαλκόνι», την Αγία Τριάδα, και το τσιπουράδικο.

Του Αϊ-λιώς (Προφήτης Ηλίας), στις 20 Ιουλίου γίνεται, κάθε χρόνο, το παραδοσιακό πανηγύρι του χωριού. Άνθρωποι κάθε ηλικίας ανεβαίνουν, οδικώς, σε υψόμετρο 1.450 μ, στο ομώνυμο εκκλησάκι με την απέραντη θέα για δοξολογία. Στη συνέχεια στο «σιάδι» ακολουθεί πανηγύρι με τη συνοδεία του Κλαρίνου . Είναι μια ιδιαίτερη στιγμή και αξίζει να βρεθείτε εκεί για να το ζήσετε. Το 1997 και με την εφαρμογή του σχέδιου «Καποδίστριας», ιδρύθηκε ο Δήμος Μαστοροχωρίων στον οποίο ανήκει και η Οξυά.


Πηγές
Το βιβλίο του Ν.Παπαστεργίου "Οξυά - το χωριό μου" (1987)
Το προσωπικό αρχείο του Αθ.Πορφύρη